ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ

Μάριο Μόντι στην «Κ»: Ανέτοιμη η Ε.Ε. στον πόλεμο με τον ιό

Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Μόντι μιλάει στην «Κ» για τις ανισότητες που απειλούν την ευρωπαϊκή ενοποίηση

Μάριο Μόντι στην «Κ»: Ανέτοιμη η Ε.Ε. στον πόλεμο με τον ιό

Αν υπήρχε κάτι σαν διοικητικό συμβούλιο της ευρωπαϊκής ελίτ, ο Μάριο Μόντι θα ήταν σίγουρα μέλος. Ισόβιος γερουσιαστής, πρωθυπουργός της Ιταλίας μεταξύ 2011-13 (ανέλαβε μετά το άγριο παρασκήνιο της Συνόδου των Καννών), παλαιότερα επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς και μετά Ανταγωνισμού της Ε.Ε., πρύτανης του φημισμένου Πανεπιστημίου Bocconi στο Μιλάνο, ο Μόντι απέχει πολύ από το βιογραφικό ενός αντι-συστημικού ριζοσπάστη.

Κι όμως, με αφορμή την έκθεση που δημοσιεύει η Πανευρωπαϊκή Επιτροπή για την Υγεία και τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, της οποίας προεδρεύει, με τίτλο «Rethinking Policy Priorities in the light of Pandemics» και με επιστημονικό συντονιστή τον Ηλία Μόσιαλο, το μήνυμά του είναι σαφές: η διογκούμενη ανισότητα θέτει σε κίνδυνο το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης, καθιστά τις κοινωνίες πιο ευάλωτες σε κρίσεις όπως η πανδημία και πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα για να τεθεί υπό έλεγχο. Μιλώντας στην «Κ» την ημέρα των 78ων γενεθλίων του, ο επιφανής Ιταλός πολιτικός σκιαγραφεί το όραμά του για μία καλύτερη παγκόσμια διακυβέρνηση στον τομέα της υγείας και άλλων δημόσιων αγαθών και εξηγεί τις προϋποθέσεις για την οικοδόμηση κοινωνιών πιο ανθεκτικών στις κρίσεις του μέλλοντος.
 
– Η κρίση του 2008-10 χαρακτηρίστηκε από τις διασώσεις τραπεζών και την οργή που προκάλεσαν στην κοινή γνώμη, καθώς συνοδεύτηκαν από προγράμματα λιτότητας. Η βασική πολιτική που χαρακτηρίζει την τρέχουσα κρίση είναι οι διασώσεις νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων, για να αντέξουν στο «πάγωμα» της οικονομίας. Θα αποτελέσει η πανδημία αφορμή για την αναζωογόνηση του κράτους πρόνοιας; Θα υποχρεωθούν αυτή τη φορά πολυεθνικές εταιρείες και οι πιο εύποροι να συνεισφέρουν ό,τι τους αναλογεί στη χρηματοδότησή του και στην αποπληρωμή των νέων χρεών που γέννησε η διαχείριση της κρίσης;

– Είναι μία ενδιαφέρουσα σύγκριση. Υπάρχουν τόσο πολλές διαφορές ανάμεσα στις δύο κρίσεις, μεταξύ των οποίων το γεγονός ότι αυτή τη φορά δεν τίθεται ζήτημα δημοσιονομικά ή χρηματοπιστωτικά ανεύθυνης συμπεριφοράς ως αιτία. Η απουσία ενόχων εξηγεί ειδικά γιατί η Ε.Ε. αντέδρασε πολύ ταχύτερα και γενναιόδωρα τουλάχιστον στο οικονομικό μέτωπο, με τη Γερμανία μάλιστα στην πρώτη γραμμή – ακριβώς το αντίθετο από ό,τι συνέβη με την κρίση κρατικού χρέους (της Ευρωζώνης). Το κράτος πρόνοιας και, ακόμα ευρύτερα, το ζήτημα της ανισότητας θα είναι κρίσιμα στη διαχείριση της κατάστασης μετά την πανδημία. Μέχρι πρότινος είχαν γίνει λίγα, σε επίπεδο παγκόσμιας διακυβέρνησης αλλά και εντός της ίδιας της Ε.Ε., για να μειωθεί η ανισότητα εισοδημάτων και πλούτου. Πρέπει να πάρουμε το ζήτημα αυτό πολύ πιο σοβαρά.
 
– Πιστεύετε ότι θα συμβεί;

– Ελπίζω να συμβεί, γιατί, όπως υπογραμμίζουμε στην έκθεσή μας, ο κατακερματισμός της κοινωνίας έγινε έντονα αισθητός στη διαφοροποίηση των συνεπειών της πανδημίας σε διαφορετικές κοινωνικές και εθνοτικές ομάδες. Για την αντιμετώπιση μελλοντικών πανδημιών, είναι κρίσιμο να μειωθούν οι αποκλίσεις στην ευαλωτότητα διαφορετικών τμημάτων της κοινωνίας. Επιπλέον, εισερχόμαστε σε μία εποχή όπου η διασύνδεση μεταξύ της φορολογικής πολιτικής και της ανισότητας καθίσταται ολοένα και πιο προφανής. Η διεύρυνση των ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει πηγή αντιδράσεων κατά της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δεν μπορεί να προχωρήσουμε στην εμβάθυνση της παγκόσμιας διακυβέρνησης χωρίς να το λάβουμε αυτό υπόψη. Είναι πλέον προτεραιότητα να γίνει πολύ πιο δύσκολο για τις πολυεθνικές να υιοθετούν πρακτικές φοροαποφυγής. Συνέβαλε σε αυτό η αλλαγή προέδρου στις Ηνωμένες Πολιτείες και η ενισχυμένη αποφασιστικότητα της Ε.Ε. να ακολουθήσει μία πιο ενεργή πολιτική σε φορολογικά ζητήματα. Είναι πιο πιθανό από ποτέ άλλοτε να υπάρξει συμφωνία για έναν ψηφιακό φόρο ή κάτι αντίστοιχο.
 
– Η Ε.Ε. θα επανεξετάσει στο β΄ εξάμηνο του έτους το πλαίσιο των δημοσιονομικών της κανόνων. Πόσο σημαντικό είναι να εξαιρέσει τις δαπάνες για την υγεία, την παιδεία, την έρευνα, από τους αυστηρούς περιορισμούς που θέτει στα δημοσιονομικά ελλείμματα;

– Οπως πάντα, η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης –και στη συνέχεια η εφαρμογή και η επιβολή των νέων κανόνων– δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Η μη διαφοροποίηση στη μεταχείριση των καταναλωτικών και των επενδυτικών δαπανών του Δημοσίου, όπως αποτυπώνεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, έχει πλέον ξεπεραστεί πλήρως από τις εξελίξεις. Οι επενδύσεις σε υποδομές και σε ανθρώπινο κεφάλαιο πρέπει να τύχουν διαφορετικής μεταχείρισης.

Οι αλλαγές στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης είναι μόνο ένα μέρος των αλλαγών που πρέπει να γίνουν στο ευρωπαϊκό εγχειρίδιο κανόνων. Τα πάντα ανεστάλησαν (με την πανδημία): οι δημοσιονομικοί κανόνες, η φυσιολογική νομισματική πολιτική, οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Θα είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε πού θα οδηγήσει αυτή η αναθεμελίωση που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή, τι είδους πολιτισμικές αντιπαραθέσεις θα προκαλέσει μεταξύ διαφορετικών κρατών-μελών.
 
– Περνώντας στο παγκόσμιο επίπεδο και στην ανάγκη καλύτερου συντονισμού και συνεργασίας, τόσο για την αντιμετώπιση της COVID-19 όσο και μελλοντικών πανδημιών: πόσο αισιόδοξοι μπορούμε να είμαστε, δεδομένου του πόσο φευγαλέα έχει υπάρξει η διεθνής συνεργασία στην τρέχουσα πανδημία; Και τι αλλαγές είναι αναγκαίες σε διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΠΟΥ ώστε να είναι πιο ανεξάρτητοι απέναντι στα πιο ισχυρά τους μέλη;

– Κάτι που τείνει να συμβαίνει συστηματικά σε περιόδους κρίσης είναι ότι αυξάνεται η πολιτική βούληση για μεταρρυθμίσεις, συνήθως στην κατεύθυνση της μεγαλύτερης ενοποίησης και της πιο αποτελεσματικής λειτουργίας των εργαλείων πολιτικής. Οι συναλλαγματικές κρίσεις της δεκαετίας του ’70 και του ’80 ήταν που οδήγησαν τις χώρες της Ευρώπης να παραιτηθούν από τη νομισματική τους κυριαρχία –την οποία μόνο η Γερμανία μπορούσε ουσιωδώς να εξασκήσει– και να ενταχθούν στο κοινό νόμισμα. Οι κρίσεις ανοίγουν τα μάτια και συνήθως οδηγούν σε μεγαλύτερη ενοποίηση.

Το ίδιο συνέβη μετά την κρίση του 2008-2010. Κοιτάξτε πόσες βελτιώσεις έλαβαν χώρα στη διακυβέρνηση της Ευρωζώνης έκτοτε. Λέτε ότι η διεθνής συνεργασία απέναντι στην πανδημία έχει υπάρξει φευγαλέα. Αναποδογυρίζω το επιχείρημα: η κρίση είναι που θα γεννήσει την καλύτερη συνεργασία, τη μεγαλύτερη ενοποίηση στη διαμόρφωση πολιτικής.

Στην περίπτωση της υγείας, χρειαζόμαστε περισσότερη ενοποίηση τόσο σε επίπεδο τομέων όσο και σε επίπεδο γεωγραφίας. Πρέπει να εξεταστεί η αλληλεξάρτηση μεταξύ της ανθρώπινης υγείας, της υγείας των ζώων και της υγείας του πλανήτη. Επιπλέον, πρέπει να υπάρξει λειτουργική ενοποίηση της εφαρμοζόμενης πολιτικής διασυνοριακά. Πριν από πέντε χρόνια ορισμένοι συζητούσαν για το αν πρέπει να επαναπατριστούν ακόμα και οι πολύ περιορισμένες αρμοδιότητες της Κομισιόν σε θέματα υγείας. Σήμερα, είναι σαφές ότι πρέπει να κινηθούμε στην αντίθετη κατεύθυνση.
 
– Αυτή η μεταβίβαση εξουσιών γίνεται με την ταχύτητα και στο εύρος που θα θέλατε να δείτε;

– Οχι. Είναι πάντα πολύ δύσκολο να εδραιωθεί ένα νέο σύστημα. Αλλά τουλάχιστον έχουμε πλέον συνειδητοποιήσει ότι το παγκόσμιο σύστημα διαχείρισης της υγείας είναι ανεπαρκές. Γι’ αυτό και προτείνουμε στην έκθεση μια σειρά από πρωτοβουλίες, ειδικά στο επίπεδο του G20, αλλά και του ΠΟΥ, που πρέπει να ενισχυθεί και να αλλάξει ο τρόπος που διοικείται και χρηματοδοτείται βάσει των όσων έχουμε μάθει κατά τη διάρκεια αυτής της πανδημίας.
 
– Μιλήσατε για τη διασύνδεση της ανθρώπινης υγείας με την υγεία του πλανήτη. Γνωρίζουμε ότι η COVID-19 είναι ένα σύμπτωμα των πιέσεων που ασκεί στο περιβάλλον η ανθρώπινη δραστηριότητα. Πώς θα αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό το διακυβερνητικό πάνελ για τις απειλές κατά της υγείας, τη σύσταση του οποίου εισηγείστε στην έκθεση;

– Θα ήταν κάτι αντίστοιχο του διακυβερνητικού πάνελ για την κλιματική αλλαγή, που θα παρακολουθούσε και θα επιχειρούσε να προλάβει απειλές όπως μολυσματικές ασθένειες ή ανθεκτικότητα των μικροβίων, μέσω συντονισμένης δράσης οργανισμών που σχετίζονται με την υγεία, τη γεωργία και το εμπόριο. Στα Ηνωμένα Εθνη έχουμε τη FAO για την τροφή και τη γεωργία, το UNEP για το περιβάλλον, το World Organization for Animal Health για την υγεία των ζώων και φυσικά τον ΠΟΥ. Ολες αυτές οι οργανώσεις πρέπει να είναι πιο ευθυγραμμισμένες μεταξύ τους. Ο συντονισμός τους μπορεί να πάρει διάφορες μορφές – αρχικά να έχουν τακτικές διαβουλεύσεις και σε βάθος χρόνου να συμμετάσχουν σε κάποια κοινή συντονιστική δομή.

Επιπλέον, πιστεύουμε ότι στο επίπεδο του G20 πρέπει να δημιουργηθεί κάτι ανάλογο με το Financial Stability Board, που συστάθηκε στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το Financial Stability Board ήταν πολύ αποτελεσματικό στη θωράκιση του δημόσιου αγαθού της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ήταν σημαντικός καταλύτης βελτιωτικών παρεμβάσεων σε χώρες ανά τον κόσμο. Αντίστοιχα τώρα –και είμαστε σε συζητήσεις επ’ αυτού με την ιταλική προεδρία του G20– θεωρούμε ότι θα είχε νόημα να συστήσουμε μία παγκόσμια επιτροπή υγείας (Global Health Board) με ειδικούς και αξιωματούχους από τον τομέα της υγείας και της οικονομίας, που θα ήταν μία κινητήριος δύναμη για τη βελτίωση των υγειονομικών πολιτικών και τον καλύτερο συντονισμό τους με την πολιτική σε άλλα πεδία. Το καλύτερο δυνατό φόρουμ για να γίνει αυτό αποτελεσματικά είναι μάλλον το G20.

Βλέπετε λοιπόν: ξεκινήσαμε με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, συνεχίζουμε τώρα με την υγεία… Δημιουργείται έτσι μία λίστα δημόσιων αγαθών, στην οποία μπορούμε να προσθέσουμε το περιβάλλον κ.ά. που έχουν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για την ποιότητα της ανθρώπινης ζωής. Ως δημόσια αγαθά, ωστόσο, η αγορά δεν τα προμηθεύει αποτελεσματικά. Δημιουργείται έτσι ο κίνδυνος να χαθούν σε ένα κενό πολιτικής. Η παγκόσμια επιτροπή υγείας, συνεπώς, θα μπορούσε να είναι ο πρόδρομος μιας ευρύτερης παγκόσμιας επιτροπής δημόσιων αγαθών.

Οι εμβολιασμοί και η ηθική επιταγή έναντι του αναπτυσσόμενου κόσμου

Πριν φτάσουμε στην ουτοπία της παγκόσμιας διακυβέρνησης των δημόσιων αγαθών, ωστόσο, εκκρεμεί η διαχείριση της τρέχουσας κρίσης, που εξακολουθεί να πλήττει σφοδρότατα την Ευρώπη. Οι ευρωπαϊκές χώρες οδεύουν προς μια δεύτερη άνοιξη σε συνθήκες εγκλεισμού, καθώς η πρόοδος του εμβολιασμού δεν είναι αρκετή για να συγκρατήσει τα καλπάζοντα μεταλλαγμένα στελέχη του ιού. Η Ε.Ε. απειλεί με μπλόκο εξαγωγών εμβολίων, καθώς οι ΗΠΑ και η Βρετανία, που έχουν λάβει μεγάλο αριθμό δόσεων από ευρωπαϊκά εργοστάσια, δεν εξάγουν προς την Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, ο εμβολιασμός στις φτωχότερες χώρες προχωράει με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, αφού οι χώρες της Δύσης έχουν κλειδώσει παραγγελίες πολλαπλάσιες των αναγκών του πληθυσμού τους. Ρωτάω τον συνομιλητή μου πόσο ανησυχεί για το φαινόμενο του εθνικισμού των εμβολίων και πώς κρίνει στην πράξη τη διακηρυχθείσα δέσμευση των ανεπτυγμένων χωρών να στηρίξουν την εμβολιαστική κάλυψη του αναπτυσσόμενου κόσμου.
«Είμαστε αντιμέτωποι με ένα δίλημμα, ειδικά εδώ στην Ευρώπη, καθώς δεν έχουμε προχωρήσει αρκετά με τους εμβολιασμούς στις χώρες μας, αλλά παράλληλα έχουμε μια ηθική επιταγή αλλά και ίδιο συμφέρον να φροντίσουμε ώστε ο αναπτυσσόμενος κόσμος να μπορέσει να εμβολιαστεί αποτελεσματικά», παρατηρεί ο Μόντι. «Αυτή η κατάσταση αναδεικνύει το ρήγμα μεταξύ δημόσιων πολιτικών που συνδέονται με ζωτικά συμφέροντα, όπως η δημόσια υγεία, και των δημοσίων πολιτικών που καθορίζουν τη λειτουργία της βιομηχανίας και των αγορών. Οπως γνωρίζετε, έχω αφιερώσει μέρος της ζωής μου στην προσπάθεια να συμβάλω στη ρύθμιση των αγορών ώστε να λειτουργούν αποτελεσματικά και να μη στρεβλώνονται από μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές πρακτικές ιδιωτικών εταιρειών. Είναι σαφές ότι σχετικά με τα εμβόλια, με το ειδικό βάρος που έχουν, πιθανότατα πρέπει να επανεξετάσουμε τη σχέση ισχύος και ελέγχου μεταξύ των δημόσιων αρχών και της βιομηχανίας».

Αντίστοιχα –συνεχίζει– «υπάρχει ένα ρήγμα μεταξύ του εγχώριου και του υπερεθνικού. Νομίζω ότι αυτή η αντιπαράθεση μεταξύ της Κομισιόν, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ) και των κρατών-μελών (σχετικά με την ασφάλεια του εμβολίου της AstraZeneca) είναι προϊόν της μετάβασης που βιώνουμε. Η Κομισιόν και ο ΕΜΑ έχουν τον ρόλο τους, αλλά τις τελικές αποφάσεις τις παίρνουν οι εθνικές κυβερνήσεις, ενίοτε η μία μετά την άλλη σαν ντόμινο. Είμαστε όντως σε πόλεμο, όπως συχνά λέγεται, αλλά δεν έχουμε προσαρμόσει τα εργαλεία πολιτικής σε συνθήκες πολέμου. Για παράδειγμα, η χρήση της αρχής της πρόληψης στην υπόθεση της AstraZeneca, όπως σχετίζεται με το ύψιστο συμφέρον της δημόσιας υγείας, πρέπει να επανεξεταστεί. Ηταν παράδοξος ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε».

Μη συντονισμένες πολιτικές

Αυτή η έλλειψη προσαρμογής και κινητοποίησης είναι η εξήγηση για τη δεινή θέση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ευρώπη, που την Παρασκευή ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο νεκρούς από την COVID-19 – ανίκανη να συντρίψει τον ιό, όπως χώρες στην Ασία ή η Αυστραλία, αλλά πολύ πίσω και από τους πρωταθλητές του εμβολιασμού, όπως το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο;

«Η εγγύτητα και ο βαθμός κινητικότητας μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών σημαίνει ότι οι εθνικές, μη συντονισμένες πολιτικές ήταν καταδικασμένες να μη λειτουργήσουν», απαντά. «Δεν έχουμε στην Ευρώπη μία κεντρική αρχή, που να μπορεί να ανταποκριθεί ταχέως και με συνέπεια σε μια υγειονομική κρίση – όχι ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου κέντρου εγγυάται πως θα ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις, όπως είδαμε με την προηγούμενη διοίκηση στις ΗΠΑ. Από την άλλη, σε σύγκριση με ορισμένες ασιατικές χώρες, δεν είμαστε εξίσου προηγμένοι όσον αφορά τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Και παράλληλα, είμαστε λιγότερο διατεθειμένοι από τους πολίτες κάποιων εξ αυτών των χωρών να αποδεχθούμε στις δικές μας κοινωνίες αυταρχικές πολιτικές (που μπορεί να αποδειχθούν αποτελεσματικές στον έλεγχο της διασποράς του ιού)».

Οι δείκτες

Στην έκθεση της επιτροπής της οποίας προεδρεύει ο Μόντι αναφέρεται η ανάγκη να καταγράφεται η κατανομή του εισοδήματος και άλλων αγαθών σε μια οικονομία και όχι μόνο το άθροισμά τους. «Είναι πολύ σημαντικό να διευρυνθούν οι δείκτες βάσει των οποίων κρίνεται μια οικονομία», λέει. «Διεθνείς οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, παρακολουθούν ολοένα και περισσότερο κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς δείκτες, καθώς και δείκτες ποιότητας διακυβέρνησης. Δεδομένων των ολέθριων συνεπειών της πανδημίας, θα ήταν λογικό να παρακολουθούμε τον βαθμό ετοιμότητας των συστημάτων υγείας. Αυτό θα έδινε κίνητρα στις κυβερνήσεις να επενδύσουν περισσότερο στις υγειονομικές δομές τους, καθώς αυτό θα μπορούσε να αναγνωριστεί από τους διεθνείς οργανισμούς και θα μπορούσε να επηρεάσει και την πιστοληπτική τους αξιολόγηση».