Οι Necks και οι τζαζ «μικροαποφάσεις» τους
οι-necks-και-οι-τζαζ-μικροαποφάσεις-τους-562755400

Οι Necks και οι τζαζ «μικροαποφάσεις» τους

Λίγο πριν το αυστραλέζικο τρίο βάλει στις βαλίτσες του τρεις δεκαετίες αυτοσχεδιασμού και τις φέρει στην Αθήνα (Ωδείο Αθηνών, 9/12), o κοντραμπασίστας τους Λόιντ Σουάντον μιλάει στην «Κ» για τη λεπτή τέχνη της τζαζ που χωράει όλους τους μουσικούς κόσμους

Ελένη Τζαννάτου
Ακούστε το άρθρο

Στους Necks δεν αρέσει να παίζουν ξανά και ξανά την ίδια μουσική. Ο μόνος μουσικός τους «μπούσουλας» είναι ο αυτοσχεδιασμός. Αυτόν εμπιστεύονται όταν μπαίνουν στο στούντιο, πόσω δε μάλλον όταν ανεβαίνουν στη σκηνή. Είναι και ένας λόγος που κάποιοι υποστηρίζουν πως τη μουσική του τζαζ τρίο από την Αυστραλία αξίζει να τη βιώσεις ζωντανά. 

Στους Necks, επίσης, δεν αρέσει να βιάζονται. Θα βρείτε δίσκους τους που αποτελούν ολόκληροι μία και μόνο σύνθεση – αρχής γενομένης από το ντεμπούτο τους με τον ιντριγκαδόρικο τίτλο «Sex» (1989), με μόνο το ομώνυμο κομμάτι στο tracklist του που αγγίζει τα 56 λεπτά. Τη μουσική τους, παρά την τζαζ εκκίνηση, δεν μπορείς να τη χωρέσεις σε ένα καλούπι. Φλερτάρει με τον μινιμαλισμό, ομοίως και με την ambient. Ισως είναι οι πολλές αναφορές τους που έχουν «κολλήσει» στους Necks την ταμπέλα του avant garde. 

Ο ίδιος ο κοντραμπασίστας τους, Λόιντ Σουάντον, νιώθει χαρά που επιτέλους η τζαζ, τα τελευταία χρόνια, έχει βγει από το καλούπι της και ανακαλύπτει καινούργιους κόσμους – κάτι που βασικά έκανε από την αρχή. Θα έχουμε την ευκαιρία να το ξαναθυμηθούμε από τους ίδιους τους Necks επί σκηνής, στην πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα, στο Ωδείο Αθηνών, το Σάββατο 9 Δεκεμβρίου. 

Οι Necks και οι τζαζ «μικροαποφάσεις» τους-1
«Οταν ξεκινήσαμε, το 1987, η ιδέα της εμβυθιστικής μουσικής ήταν πολύ λιγότερο μέινστριμ από ό,τι σήμερα. Νομίζω οι περισσότεροι τώρα καταλαβαίνουν την έννοιά της». Φωτ.: Camille Walsh 

– Εφόσον η μουσική σας βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, ποιος είναι ο τρόπος που επικοινωνείτε μεταξύ σας; Και έχει αλλάξει αυτό μέσα στα χρόνια; 

– Οταν παίζουμε ζωντανά, ακούμε προσεκτικά ο ένας τον άλλο και παίρνουμε συνεχώς αποφάσεις για το αν θα αποκριθούμε στις νέες υφές που φέρνουν οι υπόλοιποι ή αν θα συνεχίσουμε με αυτό που κάνουμε. Αυτές είναι οι «μικροαποφάσεις» που αθροιστικά οδηγούν εκεί που θα βρεθεί ένα κομμάτι μετά από μία ώρα διαλόγου και στοχασμού. 

– Οταν διαβάζετε άρθρα και κριτικές για τη δουλειά σας, τι σκέφτεστε που η μουσική σας μεταφράζεται σε λέξεις; 

– Είμαι πάντα λίγο νευρικός, γιατί μια βασική μου αρχή γύρω από τη δημιουργία μουσικής είναι η πεποίθηση πως οι άνθρωποι παίζουμε μουσική για να εκφράσουμε πράγματα που δεν εκφράζονται με λόγια. Επομένως, εξ ορισμού, είναι συχνά μια πολύ ζόρικη πρόκληση να γράφεις για μουσική. Παρ’ όλα αυτά, έχουν γραφτεί κάποια πολύ όμορφα πράγματα για τη μουσική μας και μερικά από αυτά με έχουν κάνει να την ακούσω υπό νέο πρίσμα. 

– Εχει κάτι το εμβυθιστικό η μουσική σας. Μέσα στις τρεις και βάλε δεκαετίες που υπάρχετε, έχετε δει να αλλάζει η ανάγκη και η τάση για τέτοιου είδους μουσική; 

– Ναι, οπωσδήποτε. Οταν ξεκινήσαμε, το 1987, η ιδέα της εμβυθιστικής μουσικής ήταν πολύ λιγότερο μέινστριμ από ό,τι σήμερα. Νομίζω οι περισσότεροι τώρα καταλαβαίνουν την έννοιά της. Πριν από τριάντα χρόνια υπήρχαν αστεία για το πώς όλοι περίμεναν το κομμάτι «όντως» να αρχίσει και τέτοια. 

– Εφόσον έρχεστε από την Αυστραλία, πώς βλέπετε να αλλάζει η τζαζ σκηνή της μέσα στα χρόνια;

– Νομίζω πως οι Αυστραλοί τζαζ μουσικοί είναι περισσότερο ανοιχτοί προς μια μεγάλη γκάμα μη-τζαζ παραδόσεων πλέον (χωρίς αυτό να αφορά αποκλειστικά την Αυστραλία). Η τζαζ συνήθιζε να είναι πολύ πιο «καθαρή». Δεν συμφωνούσα με αυτό. Βασικά, νιώθω πως όλη η καριέρα μου με τους Necks και άλλα πρότζεκτ είναι μια αποκήρυξη αυτού του περιορισμού. Η τζαζ ως είδος ήταν εξαρχής ένα υβρίδιο, έτσι είμαι πολύ χαρούμενος που έχει ανοιχτεί ξανά προς τον κόσμο. 

– Ξεχωρίζετε κάποιους καλλιτέχνες της αυστραλέζικης σκηνής; 

– Είμαι επιφυλακτικός στο να κάνω κάποια λίστα, για να μην παραλείψω κάποιον, αλλά θα αναφέρω δύο ονόματα με τα οποία έχω εμπλακεί τελευταία. Οι πρώτοι είναι οι Mara! Big Band, ένα 13μελές σύνολο (εννέα οργανοπαίχτες και τέσσερις γυναικείες φωνές). Παίζουν πρωτότυπη μουσική με πολλές επιρροές από τις παραδόσεις της Βουλγαρίας, του Ιράν και της Ιρλανδίας, μεταξύ άλλων, και τις μπλέκουν με τζαζ. Ο δεύτερος είναι ο Χάμεντ Σαντέγκι, ένας Ιρανός που παίζει ταρ και τώρα ζει στην Αυστραλία. Μαζί του παίζω στους Vazesh, ένα τρίο αυτοσχεδιασμού που μπλέκει την τζαζ με την περσική παράδοση και τους Empty Voices, ένα άλλο πρότζεκτ του με τέσσερα χάλκινα και έναν περκασιονίστα. 

Οι Necks και οι τζαζ «μικροαποφάσεις» τους-2
«Νομίζω πως οι Αυστραλοί τζαζ μουσικοί είναι περισσότερο ανοιχτοί προς μια μεγάλη γκάμα μη-τζαζ παραδόσεων πλέον (χωρίς αυτό να αφορά αποκλειστικά την Αυστραλία). Η τζαζ συνήθιζε να είναι πολύ πιο “καθαρή”. Δεν συμφωνούσα με αυτό». Φωτ.: Camille Walsh 

– Εφόσον και η ηχογραφημένη και η ζωντανή μουσική σας βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, τι διαφορετική διαδικασία ακολουθείτε σε κάθε περίπτωση;

– Υπάρχουν δύο βασικές διαφορές. Η πρώτη είναι η χρονική κλίμακα. Στις συναυλίες, αυτοσχεδιάζουμε σε ζωντανό χρόνο, μόνο με τα όργανά μας. Στο στούντιο, αυτοσχεδιάζουμε με διαφορετικούς τρόπους μέσα στην όλη διαδικασία της ηχογράφησης, του κοψίματος και της μείξης. Η δεύτερη διαφορά είναι ότι επί σκηνής ποτέ δεν χρησιμοποιούμε εφέ. Στο στούντιο έχουμε την καλλιτεχνική ελευθερία να χρησιμοποιήσουμε όποια τεχνολογία μάς ταιριάζει και κάποιες φορές, ένα εργαλείο τεχνολογίας μπορεί να ορίσει ένα κομμάτι για μας.

– Πώς καταναλώνετε μουσική ως ακροατής; 

– Δεν έχω μπει καθόλου στον ψηφιακό κόσμο. Είναι βολικός τρόπος να δουλεύεις, αλλά καθόλου ελκυστικός σαν μέσο ψυχαγωγικής ακρόασης. Το ιδανικό μέσο για εμένα εξακολουθεί να είναι το CD. Μου αρέσει που αυτά είναι μεγάλα (αλλά όχι ατελείωτα) και, αντίθετα με αυτό που πολλοί πιστεύουν, βρίσκω φανταστική την ποιότητα του ήχου τους. Προσωπικά, δεν ακούω πολλή ζωντανή μουσική τώρα, μια και έχω οικογένεια και μένω μιάμιση ώρα μακριά από το Σίδνεϊ. Αν δω κάτι ζωντανά πάντως, προτιμώ τις «μικρές συναντήσεις», δεν απολαμβάνω τις συναυλίες σταδίου. 

 

– Πριν από μια εμφάνιση ή μια ηχογράφηση, συζητάτε καθόλου τη μορφή που θα πάρει η μουσική; 

– Πριν από μια περφόρμανς, ποτέ. Είναι ένας βασικός μας κανόνας αυτός. Πριν από την ηχογράφηση ενός δίσκου, αν κάποιος έχει κάποια ιδέα να καταθέσει, θα τη συζητήσουμε. Αλλά τις περισσότερες φορές ηχογραφούμε ένα άλμπουμ, το μόνο που ορίζεται εξαρχής είναι η ημερομηνία της ηχογράφησης στα ημερολόγιά μας. Συχνά πηγαίνουμε την πρώτη ημέρα, στηνόμαστε, κοιτάμε ο ένας τον άλλο και λέμε «Ωραία, ποιος έχει κάποια ιδέα;». Και συνήθως αυτό μας ανταμείβει.  

– Οπως διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου του τελευταίου σας δίσκου «Travel», αυτός ήταν ουσιαστικά η καταγραφή της καθημερινής σας πρακτικής, που ξεκινούσε με έναν εικοσάλεπτο αυτοσχεδιασμό. Αυτή η καθημερινή επανάληψη τι έρχεται να φέρει στη δημιουργική διαδικασία; 

– Εδωσε έναν πολύ ωραίο ρυθμό στις ηχογραφήσεις της κάθε ημέρας. Δουλεύαμε κάποια μεγάλα κομμάτια τότε, αλλά ήταν πολύ ωραίο να «μεταφερόμαστε» σε αυτούς τους εικοσάλεπτους αυτοσχεδιασμούς την πρώτη ώρα κάθε ημέρας, απέδωσε καρπούς. 

Οι Necks θα εμφανιστούν ζωντανά στην Αθήνα και στο Ωδείο Αθηνών το Σάββατο 9 Δεκεμβρίου. Τη βραδιά θα ανοίξει το Costas Baltazanis Trio. 

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή