Χάνεται η Αθήνα του Μεσοπολέμου

Χάνεται η Αθήνα του Μεσοπολέμου

Ο καθηγητής Ανδρέας Γιακουμακάτος μιλάει για την ανάγκη αποκατάστασης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του 30'

4' 41" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Το μεγάλο ζήτημα της αποκατάστασης και επανάχρησης των παλαιών κτιρίων στην Αθήνα, και σε άλλες πόλεις, ανοίγει ένα εξίσου μεγάλο θέμα γνώσης και μεθοδολογίας. Δεκάδες κτίρια του Μεσοπολέμου αλλοιώνονται και άλλα τόσα κατεδαφίζονται πριν αναγνωριστεί η υπεραξία τους στην ταυτότητα της πόλης. Ο ιστορικός της αρχιτεκτονικής και συγγραφέας Ανδρέας Γιακουμακάτος έχει διεθνή εμπειρία και επιπλέον έχει τον τρόπο να μιλάει για την πόλη και τη σύγχρονη ζωή. Ομότιμος καθηγητής ΑΣΚΤ και καθηγητής Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Φλωρεντίας, ο Ανδρέας Γιακουμακάτος μιλάει στην «Κ» για το πώς πρέπει να προσεγγίζουμε τα κτίρια του Μεσοπολέμου και πώς πρέπει να καλύψουμε το χάσμα που μας χωρίζει από τη διεθνή πρακτική.
 
– Υπάρχει έλλειμμα κουλτούρας στη φροντίδα των πόλεών μας;

– Είμαι βέβαιος ότι ακόμη και οι μεταπολεμικές πολυκατοικίες της αντιπαροχής θα ήταν αισθητικά αποδεκτές αν ήταν καλά συντηρημένες και φροντισμένες, με μπαλκόνια που δεν αποτελούν τις αποθήκες του εσωτερικού χώρου και με γενικότερη φροντίδα για τη δημόσια εικόνα του κάθε κτιρίου, των δωμάτων συμπεριλαμβανομένων. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, πολλοί δήμοι έχουν εκπονήσει εδώ και χρόνια προγράμματα χρωματικής αποκατάστασης των κτιρίων, που έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα. Τούτο γίνεται ευχαρίστως αποδεκτό από τους πολίτες, που γενικά φροντίζουν με ιδιαίτερη επιμέλεια για τη συντήρηση και την εικόνα των κτιρίων στα οποία διαβιούν, κάτι που μπορεί να διαπιστώσει εύκολα κανείς όταν επισκέπτεται τη Φλωρεντία, την Μπολόνια ή το Μιλάνο. Το δικό μας βαθύτερο πρόβλημα είναι άλλο: ότι δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η μετάβαση από τους συντοπίτες του χωριού στους πολίτες του άστεως. Είναι πρόβλημα κυρίως ταυτότητας και συμμετοχής σε μια αναγνωρίσιμη και με πνεύμα συναίνεσης κοινωνία των πολιτών και όχι αποξενωμένων έως και αντίπαλων ιδιωτών. Εχει να κάνει με τη συγκρουσιακή ή και καταστροφική στάση μας για ό,τι είναι δημόσιο, για τις ίδιες μας τις πόλεις. Φροντίζεις αυτό που αγαπάς.

Χάνεται η Αθήνα του Μεσοπολέμου-1
Ο Ανδρέας Γιακουμακάτος, ομότιμος καθηγητής AΣΚΤ και συγγραφέας, διδάσκει Ιστορία της Αρχιτεκτονικής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Φλωρεντίας.

– Αν δεχθούμε ότι στον νεοκλασικισμό έχει αποκτηθεί μια σχετική εμπειρία, τι γίνεται με τα κτίρια του μοντερνισμού;

– Οταν μιλάμε για τα κτίρια του μοντερνισμού εννοούμε τα κτίρια του μοντέρνου κινήματος της δεκαετίας του 1930. Η κουλτούρα της αποκατάστασης στον τόπο μας δεν έχει δυστυχώς καταφέρει ακόμη να υιοθετήσει κοινές και επιστημονικά παραδεδεγμένες αρχές. Για την αποκατάσταση επιβάλλεται η «φιλολογική» προσέγγιση, μέσω της μελέτης πρωτότυπων σχεδίων, φωτογραφιών εποχής και όλων των άλλων στοιχείων που μπορούν να παρέχουν πληροφορίες για την αρχική κατάσταση του κτιρίου, ιδίως όταν αυτό είναι «επώνυμου» αρχιτέκτονα ή έχει χαρακτηριστεί μνημείο. Διότι στόχος της αποκατάστασης ενός κτιρίου του μοντέρνου κινήματος είναι η επαναφορά της εικόνας του σε ακριβή αντιστοιχία με την πρωτότυπη. Για τον σκοπό αυτό είναι αποδεκτή ακόμη και η ανακατασκευή κατεστραμμένων μερών του. Δεν μας ενδιαφέρει η αυθεντική ύλη αλλά η «πρωτότυπη εικόνα» του κτιρίου.
 
– Στον προπολεμικό μοντερνισμό, με τα τόσα δείγματα στην Αθήνα, σε κτίρια 85 και 90 ετών, ποια είναι η βασική αρχή της προσέγγισης;

– Ας πούμε κατ’ αρχάς ότι δεν μπορεί να διατηρηθεί το απόθεμα μιας ολόκληρης περιόδου, αλλά επιβάλλεται μια επιλογή. Επίσης, είναι σκόπιμη η διατήρηση συνόλων και όχι μεμονωμένων κτιρίων (ολόκληροι δρόμοι της περιοχής του Κολωνακίου ή των Εξαρχείων, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με αυτόν τον τρόπο). Διαχειριζόμαστε δυστυχώς τα αξιόλογα κτίρια του μοντέρνου κινήματος όχι με την έννοια του έργου τέχνης αλλά ως τσιμεντένιες «οικοδομές», και αυτό ενισχύει την χωρίς ενδοιασμούς «οικειότητα» με την οποία τα μεταχειριζόμαστε σήμερα. Για τις οικοδομές αυτές, μπορούν να είναι κατά περίπτωση αποδεκτές κάποιες μετατροπές στο εσωτερικό τους γιατί οι απαιτήσεις της ζωής αλλάζουν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπονται αλλαγές στο εξωτερικό τους. Χρειάζεται επίσης η βελτίωση της ημέτερης αρχιτεκτονικής κουλτούρας όσον αφορά την αποκατάσταση των κτιρίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται και εδώ για θέμα παιδείας, διότι ακόμη και στα εγχώρια μεταπτυχιακά προγράμματα αποκατάστασης μνημείων το ζήτημα της προσέγγισης της κληρονομιάς του 20ού αιώνα αντιμετωπίζεται ενίοτε με αμηχανία (για να το πούμε επιεικώς) ή και με αντιλήψεις που σε οποιοδήποτε διεθνές επιστημονικό πλαίσιο θα ηχούσαν τουλάχιστον παράδοξες.

Διαχειριζόμαστε δυστυχώς τα αξιόλογα κτίρια του μοντέρνου κινήματος όχι με την έννοια του έργου τέχνης, αλλά ως τσιμεντένιες «οικοδομές». 

– Συχνά σε ένα κτίριο του ’30 βλέπουμε στις αποκαταστάσεις κουφώματα αλουμινίου. Υπάρχει εναλλακτική;

– Αυτό το θέμα είναι δύσκολο στην επίλυσή του. Οι διατομές των κουφωμάτων που απαιτούνται σήμερα δεν είναι εκείνες της δεκαετίας του 1930 ή της μεταπολεμικής περιόδου. Ο βασικός στόχος είναι τα νέα κουφώματα να μην αλλοιώνουν την εικόνα του κτιρίου όπως την προέβλεψε ο αρχιτέκτονας του έργου. Για τον σκοπό αυτό, ή προχωρούμε σε ειδικό σχεδιασμό κουφωμάτων με υλικό αντίστοιχο του πρωτότυπου και διατομές όσο το δυνατόν πλησιέστερες στις αρχικές ή διατηρούμε (ή ανακατασκευάζουμε) τα πρωτότυπα κουφώματα με ενεργειακές προδιαγραφές όσο το δυνατόν πλησιέστερες στις απαιτούμενες.

– Υπάρχει επίσης σύγχυση με το αρτιφισιέλ. Πώς καθαρίζεται; Με υδροβολή; Γιατί επιμένουν να το βάφουν;

– Το αρτιφισιέλ είναι το εξωτερικό επίχρισμα «τεχνητού λίθου» των κτιρίων από τσιμεντένιο και στη συνέχεια λαξευμένο σοβά, συνήθως ημίλευκου χρώματος λόγω της παρουσίας στη μάζα του κονιάματος σκόνης μαρμάρου και λευκού τσιμέντου (και σε κάποιες περιπτώσεις επιπλέον χρωστικών υλών). Η έντεχνη αυτή επιφάνεια είχε έτσι αυτοδύναμη υπόσταση και δεν βαφόταν περαιτέρω. Το αρτιφισιέλ έδωσε γλυπτικό χαρακτήρα και μια προσωπικότητα στις μεταπολεμικές χρηστικές οικοδομές μας, που υιοθετούσαν μια απλοποιημένη αλλά ανώνυμη και ανοίκεια για το λαϊκό γούστο μοντερνιστική μορφοπλασία. Χαρακτηρίζει τα αθηναϊκά κτίρια και τον οικοδομικό πολιτισμό μιας ολόκληρης περιόδου. Επειτα από δεκαετίες, αυτές οι αδρές λόγω λάξευσης επιφάνειες έχουν συγκρατήσει τους περιβαλλοντικούς ρύπους και εμφανίζουν γενικά γκρίζο χρώμα. Από τα παραπάνω γίνεται προφανές ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι αποδεκτός ο χρωματισμός, το βάψιμο δηλαδή μιας επιφάνειας αρτιφισιέλ. Ο καθαρισμός γίνεται με υδροβολή, αμμοβολή ή χρήση ατμού, κατά περίπτωση.

Εχουμε ήδη αργήσει για την Αθήνα του Μεσοπολέμου. Υπάρχει όμως ακόμη χρόνος…

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή