ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ζαν-Κλοντ Τρισέ: Ναι στην ελάφρυνση του δημόσιου χρέους

09s4trise
trichetdyo

Από τότε που παραιτήθηκε από πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το 2012, ο Ζαν-Κλοντ Τρισέ δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικός. Στα 70 του χρόνια, οι παρεμβάσεις του είναι σπάνιες. Ενθερμος υποστηρικτής της Συνθήκης του Μάαστριχτ, στη σύνταξη της οποίας συνέβαλε, ανήκει στην ομάδα των ανθρώπων που αποφάσισαν το «κούρεμα» των ιδιωτικών ομολόγων το 2011 για την Ελλάδα. Η εμπειρία που έχει αποκομίσει είναι πολύτιμη. Μιλάει, λοιπόν, αποκλειστικά στην «K», ενόψει της συμμετοχής του σε εκδήλωση αύριο, στις 7 μ.μ., στο Μέγαρο Μουσικής.

– Πιστεύετε ότι η Ελλάδα σήμερα απέφυγε οποιαδήποτε πιθανότητα εξόδου από την Ευρωζώνη; 

– Η Ελλάδα έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο όσον αφορά την αποκατάσταση των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών της ισορροπιών, εσωτερικών και εξωτερικών. Οι εταίροι της, είτε του δημοσίου είτε του ιδιωτικού τομέα, είτε Ευρωπαίοι είτε διεθνείς, επιδεικνύουν τώρα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, γεγονός που μειώνει αισθητά οποιαδήποτε επικινδυνολογία, όπως είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη. Πιστεύω πως η ερώτηση που ετίθετο στο παρελθόν σχετικά με το εάν η Ελλάδα έπρεπε να ενταχθεί στην Ευρωζώνη ή όχι στερείται πλέον ουσιαστικού ενδιαφέροντος: είναι εντός Ευρωζώνης. Ενα είναι σίγουρο: μία Ελλάδα με χρηστή διακυβέρνηση, σεβόμενη τις μεγάλες εσωτερικές και εξωτερικές οικονομικές της ισορροπίες και διατηρώντας την ανταγωνιστικότητά της, θα ήταν σε μία απείρως καλύτερη κατάσταση από μία Ελλάδα με κακή διαχείριση.

– Τα Μνημόνια που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα από το 2010 επικρίθηκαν. Επιπλέον, το ΔΝΤ έχει παραδεχθεί ότι η στάση που τήρησε ήταν ιδιαίτερα αυστηρή με την Ελλάδα. Ποια είναι η γνώμη σας επ’ αυτού; 

– Τη στιγμή που ξέσπασε η οικονομική κρίση, η Ελλάδα είχε ένα μείζον πρόβλημα: ένα σημαντικό έλλειμμα στον προϋπολογισμό της (περίπου 15,5% του ΑΕΠ) κι ένα τεράστιο έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου πληρωμών της, που αντιπροσώπευε πάνω από 15% του ΑΕΠ της. Στο παρελθόν αυτά τα ελλείμματα χρηματοδοτούνταν από ξένους επενδυτές, ιδιώτες στην πλειονότητά τους. Με την έλευση της κρίσης, αυτοί οι επενδυτές έχασαν την εμπιστοσύνη τους και διέκοψαν τη χρηματοδότηση. Η σταδιακή επιστροφή σε μία εσωτερική κι εξωτερική οικονομική ισορροπία ήταν λοιπόν αναπόφευκτη, καθώς οι χρηματοδοτήσεις εξαφανίζονταν. Η Ευρώπη και ολόκληρη η διεθνής κοινότητα βοήθησαν την Ελλάδα, έπειτα από αίτημά της, ώστε αυτή η εξισορρόπηση –που είναι πάντα πολύ δύσκολη όταν ξεκινάμε με πολύ μεγάλο έλλειμμα– να γίνει μέσα σε συνθήκες λιγότερο δραματικές και περισσότερο προοδευτικές απ’ ό,τι αν δεν υπήρχε καμία βοήθεια.

Επίπονη διαδικασία

Αλλά ακόμα και λαμβάνοντας βοήθεια από τις χώρες που πρόσκεινται φιλικά στην Ελλάδα, η ανάκαμψη των μεγάλων ισορροπιών είναι μια διαδικασία πολύ δύσκολη και επίπονη, κυρίως για τις πιο ευάλωτες οικονομικά χώρες, οι οποίες χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Πρέπει να σημειωθεί πως οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από το ΔΝΤ ή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά, σε τελευταία ανάλυση, από την κυβέρνηση του εν λόγω κράτους, δηλαδή της Ελλάδας εν προκειμένω. Το ΔΝΤ και η Κομισιόν οφείλουν φυσικά να βεβαιωθούν πως οι χρηματοδοτήσεις τους δεν θα πάνε χαμένες, διότι αυτό ζητάνε οι δανειστές – από τη μία πλευρά ολόκληρη η διεθνής Κοινότητα και, από την άλλη, τα εθνικά Κοινοβούλια των χωρών που δανείζουν τα χρήματά τους.

– Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με την ΕΚΤ σήμερα; Λαμβάνει αρκετά ρίσκα προκειμένου να σώσει τις χώρες με ευάλωτες οικονομίες;

– Κατά τη διάρκεια της χειρότερης κρίσης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ΕΚΤ απέδειξε πολλές φορές ότι ήξερε να λαμβάνει τις απαραίτητες αποφάσεις προκειμένου να διασφαλιστεί μία καλύτερη διάχυση της νομισματικής πολιτικής στο σύνολο της Ευρωζώνης. Και νομίζω πως είναι αποδεκτό από τους Ευρωπαίους και διεθνείς παρατηρητές ότι η ΕΚΤ υπήρξε μία αναντικατάστατη άγκυρα σταθερότητας για την Ευρώπη μέσα στην οικονομική και χρηματοπιστωτική φουρτούνα. Είμαι πεπεισμένος πως η ΕΚΤ ανέκαθεν πάσχιζε να φέρει εις πέρας το καθήκον της, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες που της απέδωσαν όλες οι ευρωπαϊκές Δημοκρατίες όταν επικύρωσαν τη Συνθήκη της ίδρυσής της.

– Το 2011 συμμετείχατε στις αποφάσεις σχετικά με την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, η οποία συνοδεύτηκε από ένα «κούρεμα» των ιδιωτικών ομολόγων. Νομίζετε ότι αυτό ήταν αρκετό; Μία αναδιάρθρωση με «κούρεμα» του δημόσιου χρέους  σάς  φαίνεται σήμερα η καλύτερη λύση για να ελαφρύνει το ελληνικό βάρος;

– Οπως γνωρίζετε, η διαπραγμάτευση για την αναδιάρθρωση των ιδιωτικών ομολόγων διεξήχθη από την ελληνική κυβέρνηση με τους ιδιώτες πιστωτές της υπό την εποπτεία της Κομισιόν, των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και του ΔΝΤ, οι οποίοι κλήθηκαν να βοηθήσουν την Ελλάδα και να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την ανάκαμψή της. Τέτοιου είδους αποφάσεις είναι πάντα δύσκολο να ληφθούν, καθώς πρέπει από τη μία πλευρά να χορηγηθούν άμεσα στην ενδιαφερόμενη χώρα τα μέσα για την ανάκαμψή της και, από την άλλη, δεν πρέπει να διαταραχθεί η αξιοπιστία της μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ως προς τους ιδιώτες πιστωτές που η χώρα θα χρειαστεί στο μέλλον. Φυσικά μπορούμε να επικρίνουμε αυτό που έγινε και από τις δύο αυτές οπτικές γωνίες. Εντέλει, πάντως, νομίζω ότι οι ληφθείσες αποφάσεις ήταν ισορροπημένες.

Αναφορικά με το δημόσιο χρέος, ας μην ξεχνάμε πως οι αποφάσεις λαμβάνονται από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και πρέπει να εγκρίνονται και από τα ευρωπαϊκά Κοινοβούλια. Εάν οι προσπάθειες της Ελλάδας –που θα γνωστοποιηθούν τον Απρίλιο για τους προϋπολογισμούς 2013– είναι σύμφωνες με τις δεσμεύσεις της, νομίζω ότι μία συμπληρωματική προσπάθεια των ευρωπαϊκών κρατών θα ήταν δικαιολογημένη. Δεν υπήρξα ποτέ υπέρμαχος της διαγραφής του δημόσιου χρέους, κάτι που θεωρώ δύσκολο να κατανοηθεί από τις πιστώτριες χώρες. Ομως, η χρονική παράταση των δόσεων και η μείωση του υπάρχοντος επιτοκίου θα μου φαίνονταν ως πιθανά εφικτά μέτρα.

Η τραπεζική ένωση

– Οσον αφορά την τραπεζική ένωση, είπατε πριν από λίγες εβδομάδες ότι βρισκόμαστε ακόμα «στα μέσα του δρόμου». Τι εννοούσατε με αυτή τη δήλωση; Μήπως η Κύπρος αποτελεί στοιχείο για τον δρόμο που θα ακολουθήσει;

– Πιστεύω ότι η τραπεζική ένωση είναι απαραίτητη με τις δύο συνιστώσες της: αφενός με τη μοναδική της αρμοδιότητα άσκησης ενός κεντρικού ελέγχου και, αφετέρου, με τη δημιουργία μιας νέας εξουσιοδοτημένης αρχής, η οποία θα διασφαλίζει την εκκαθάριση και/ή την ανάκαμψη των τραπεζών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Οι αποφάσεις που αφορούν το πρώτο σκέλος έχουν ληφθεί και μπαίνουν σε εφαρμογή από την ΕΚΤ και όλες τις ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές, μέσα σε καλές συνθήκες πιστεύω. Οι οριστικές αποφάσεις ως προς το δεύτερο σκέλος δεν έχουν ληφθεί ακόμη. Γι’αυτό είμαστε «στα μισά του δρόμου». Ενθαρρύνω το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή να βρουν μία καλή λύση όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Η κατάσταση επείγει.

Αναφορικά με την Κύπρο, πρόκειται προφανώς για πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, μοναδική στην Ευρώπη. Οσον αφορά το μέλλον, οι έννοιες αποσαφηνίστηκαν για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Επιμένω όμως σ’ ένα σημείο που μου φαίνεται κρίσιμο. Ως προς το «bailing in» των πιστωτών, είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε εμφανώς μία τράπεζα που αποφασίζουμε να θέσουμε υπό εκκαθάριση, όπου το «bail in» πρέπει να αποτελεί κανόνα –με σεβασμό βέβαια στη σειρά προτεραιότητας– από μία άλλη τράπεζα σε ανάκαμψη, της οποίας την ποιότητα της υπογραφής είναι απαραίτητο να προστατεύσουμε προς το συμφέρον του ίδιου του δημοσίου χρήματος που χρησιμοποιείται για την ανακεφαλαιοποίησή της. Εχω μερικές φορές την αίσθηση ότι μπερδεύουμε αυτές τις δύο καταστάσεις.

Επιμένω, όμως, η τραπεζική ένωση δεν θα μπορέσει να διευθετήσει μόνη της όλα τα προβλήματα της ένταξης των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην Ευρωζώνη. Χρειάζεται οπωσδήποτε και μία καλή λειτουργία της οικονομικής και δημοσιονομικής διακυβέρνησης μέσα στην Ευρωζώνη, εννοώντας μία σωστή εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) αλλά και της Διαδικασίας για την παρακολούθηση των Μακροοικονομικών Ανισορροπιών (ΔΜΑ), η οποία είναι εξίσου απαραίτητη. Επιμένω, μάλιστα, πως η ΔΜΑ είναι καθοριστική για τη συνοχή της Ευρωζώνης και η Κομισιόν οφείλει να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στο διορθωτικό σκέλος αυτής της διαδικασίας.