ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Νιώθω ότι το σύμπαν ακούει

niotho-oti-to-sympan-akoyei-2029032

Συναντηθήκαμε στο Χαλάνδρι με τη συγγραφέα Αμάντα Μιχαλοπούλου, λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Στον δρόμο σκεφτόμουν ότι «Η γυναίκα του Θεού», όπως τιτλοφορείται, δεν μοιάζει με κάποιο από τα προηγούμενα. Παρ’ όλα αυτά, το παραμύθι της «Η εγγονή του Αη Βασίλη» εμπνέεται από μια κοινή καταγωγική ρίζα. Το μοιράζομαι μαζί της, χαμογελάει και ενώ δεν το είχε σκεφτεί, της αρέσει πολύ η παρατήρηση. Εκείνη την ώρα, η καμπάνα της διπλανής εκκλησίας χτυπάει χαρμόσυνα. Γελάει με την καρδιά της. «Καλός οιωνός», μου λέει. Εχουμε ήδη μπει στην ατμόσφαιρα του βιβλίου.

«Πελάγωσα…»

– Πώς είναι η γυναίκα του Θεού;

– Δεν υπήρχαν προδιαγραφές για να ξεκινήσει αυτή η ιστορία. «Τι θα γινόταν αν…» είναι ένα ερώτημα που βάζω στους μαθητές μου στη δημιουργική γραφή, προσπαθώντας να τους κάνω να σκεφτούν εκτός πλαισίου. Αυτό λοιπόν το ερώτημα λειτούργησε τούτη τη φορά. Δεν έγραφα για πολύ καιρό. Από τότε που γύρισα από το Βερολίνο, το 2010, νόμιζα ότι δεν μπορώ να ξαναγράψω. Και πελάγωσα. Αναρωτιόμουν εάν θα μου ξαναέρθει η χαρά του γραψίματος. Ηταν μια στιγμή μεγάλης απελπισίας. Αντί λοιπόν να πιεστώ, αποφάσισα να μη γράψω καθόλου και να περάσω ένα χρόνο διαβάσματος. Συνειδητοποίησα ότι για πρώτη φορά δεν μπορούσα να διαβάσω λογοτεχνία, ίσως το περιβάλλον της κρίσης, όλα αυτά γύρω μας, με έκαναν να μην μπορώ να βυθιστώ σε μια ιστορία. Ούτε ως συγγραφέας ούτε ως αναγνώστρια. Και άρχισα να διαβάζω φιλοσοφία και θρησκειολογία. Και λειτούργησε σαν ένα είδος παυσίλυπου. Δεν είχα μέθοδο, το ένα ανάγνωσμα με πήγαινε στο άλλο. Μέσα από αυτά τα διαβάσματα ήρθε αυτή η εικόνα. Και μετά, με πολύ αγώνα και κόπο δημιουργήθηκε το βιβλίο.

– Αυτή η σχέση της γυναίκας του Θεού με τον Θεό μοιάζει σαν ένα σύμπαν ψυχαναλυτικό ή μια ερωτική σχέση εξιδανικευμένη…

– Ναι, ισχύουν αυτές οι ερμηνείες. Ο Θεός μοιάζει με έναν ψυχαναλυτή, ιδίως όταν κάνει αυτές τις αλλόκοτες ερωτήσεις στη γυναίκα του αλλά αυτός σιωπά.

Μοναχική φύση

– Υπάρχει μια έντονη αναφορά στα παιδικά χρόνια της ηρωίδας, χρόνια δύσκολα για τη ζωή της. Εσάς πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια;

– Εφτιαχνα τους δικούς μου κόσμους για να ζήσω, γιατί δεν μου άρεσε ένα κομμάτι της πραγματικότητας. Η ταυτότητά μου ως συγγραφέα φτιάχτηκε τότε. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι πολύ φυσιολογικό. Δεν μπορώ να πω ότι έζησα δύσκολα παιδικά χρόνια, βιώναμε τα τραύματα της μέσης ελληνικής οικογένειας, χωρίς κάτι συγκλονιστικό. Αλλά ήμουν μοναχική φύση. Θυμάμαι ότι ήθελα να είμαι μακριά από τους ανθρώπους και να τους παρατηρώ. Ή έπληττα συχνά.

– Ποια είναι η δική σας σχέση με τον Θεό;

– Είναι περίπου η σχέση που έχει στο βιβλίο ο πατέρας της ηρωίδας με τον Θεό. Εχω την αίσθηση ότι και η δική μου σχέση με τον Θεό στηρίζεται στις ακραίες κομβικές στιγμές. Νιώθω ότι το σύμπαν ακούει. Ιδίως όταν περνάς μεγάλα πένθη, γίνεται όλο και πιο πιεστική η ανάγκη. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει συγγραφέας χωρίς μεταφυσική.

– Αναρωτιέμαι εάν ακουμπά και μια άλλου είδους υπαρξιακή σας αγωνία;

– Εχει σχέση με τη μέση ηλικία, για την οποία δεν μιλάμε συχνά. Την καμουφλάρουμε πίσω από αισθητικές επεμβάσεις, κρέμες, τρόπους ντυσίματος και συμπεριφοράς, αλλά αυτό υπάρχει. Υπάρχουν οι αγωνίες, τα ορμονικά προβλήματα, οι αλλαγές, αλλά δεν μιλάμε πολύ γι’ αυτά τα πιο ώριμα χρόνια.

– Ο κίνδυνος για τον «δημιουργό», γι’ αυτόν που κάνει τον Θεό;

– Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να τρέφεις την ψευδαίσθηση πως δεν συνδέεσαι με τους άλλους. Οτι μπορείς να ζήσεις με αυτάρκεια. Και ένας συγγραφέας το καταλαβαίνει όταν τελειώνει ένα βιβλίο. Εχω πολύ μεγάλη ανάγκη από τη μοναξιά μου, αλλά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τους ανθρώπους που αγαπώ και με αγαπούν.

Βερολίνο ή Αθήνα;

«Φεύγοντας από το Βερολίνο», μου λέει η Αμάντα Μιχαλοπούλου, «άφησα μια δεύτερη παιδική ηλικία, την ανεμελιά μου, παρόλο που είχα το παιδί μου. Οταν ήρθα στην Αθήνα της κρίσης, συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αντικρίσω τους ανθρώπους ούτε βλεμματικά. Ταυτόχρονα συνέβησαν και θάνατοι σε προσωπικό επίπεδο και εγκλωβίστηκα μέσα σε αυτό. Με δυσκόλεψε πολύ στην Αθήνα αυτή η μετάθεση ευθύνης που έβλεπα. Και αυτό με έκανε πολύ αυστηρή με τον εαυτό μου ως συγγραφέα. Πριν από την κρίση έγραφα για να γράφω. Τώρα σκέφτομαι ότι πρέπει να υπάρχει πολύ σημαντικός λόγος για να γράψω».

– Θα ξαναφεύγατε;

– Είναι η πρώτη φορά που νιώθω ένα περίεργο ρίζωμα στην Ελλάδα. Δεν ξέρω εάν έχει να κάνει με την οικογένειά μου και το ότι μεγαλώνω ένα παιδί. Ιδίως επειδή το έχεις ήδη τραβολογήσει. Του δημιουργείς ένα δίλημμα ταυτότητας. Μέχρι τώρα αισθανόταν Γερμανίδα, τώρα που αρχίζει να αισθάνεται Ελληνίδα δεν μπορείς να την ξαναπάρεις. Εγώ με τους γονείς μου δεν ταξιδεύαμε ποτέ.