ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Διον. Σαββόπουλος: Σύμφωνο συμβίωσης σε Βουλή και κοινωνία

savvopoulos1

Στην πολυκατοικία επί της οδού Αναγνωστοπούλου όπου έχει το γραφείο του ο Διονύσης Σαββόπουλος υπάρχει θυρωρός. Συμπαθέστατη η κυρία, με ρώτησε σε ποιον πηγαίνω, μετά χτύπησε πίσω της ένα κουδουνάκι από το ταμπλό με τα ονόματα των ενοίκων και ειδοποίησε για την άφιξή μου. Οταν του το ανέφερα, σχολίασε: «Είναι κρίμα που χάθηκαν οι θυρωροί. Ηταν πολύ εξυπηρετικοί, φρόντιζαν την πολυκατοικία και τους ενοίκους, σου έπαιρναν ένα πακέτο τσιγάρα. Στα χρόνια της ευμάρειας, από τσιγκουνιά τους έκοψαν».

Υστερα, κατά το συνήθειό του διηγήθηκε μια μικρή ιστορία. «Αυτή είναι η πολυκατοικία που έχτισε ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος σε δικό του οικόπεδο, και στο ημιυπόγειο έμενε ο Γιάννης Τσαρούχης. Ζει ακόμη η χήρα του Εγγονόπουλου, από τον οποίο έχω σουφρώσει ένα στίχο, το “Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε”».

Για να αρχίσουμε τη συνέντευξη δήλωσε πολύ ευγενικά ότι θα ανάψει το πούρο του, αυτό το ένα που επιτρέπει ακόμη στον εαυτό του κάθε μέρα. Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι πλέον 72 ετών, αν και όταν βρίσκεται επάνω στη σκηνή, η ηλικία του ξεχνιέται. Το φετινό πρόγραμμα στο «Κύτταρο», η παράσταση «Σήκω ψυχή μου, δώσε ρεύμα» που συνεχίζεται και τον Μάρτιο, είναι μια επιστροφή στον ίδιο χώρο έπειτα από τέσσερις δεκαετίες. Μαζί με την Ελένη Βιτάλη έχουν σουξέ, όπως λένε. Οταν ακούγονται οι πρώτες νότες του ζεϊμπέκικου «Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια», στη σάλα ανάβουν εκατοντάδες φωτάκια από το ακροατήριο, σε συμφωνία οι νεαροί και οι ηλικιωμένοι, για ένα τραγούδι που γράφτηκε το 1972.

– Ποιο είναι το νόημα της τωρινής σας παράστασης;

– Τα τραγούδια που πρωτοέπαιξα στο «Κύτταρο» πριν από χρόνια να συναντηθούν με μια άλλη υπέροχη «λοξή», την Ελένη Βιτάλη και τον δικό της κόσμο. Δεν επιλέξαμε όμως αυτόν τον χώρο από νοσταλγία, αλλά για να θυμίσουμε το κοινό αίσθημα εκείνης της εποχής που τώρα λείπει. Είναι ανάγκη να υπάρξει ένα σύμφωνο συμβίωσης στη Βουλή και στην κοινωνία· είναι ζήτημα επιβίωσης.

– Παίξατε στο «Κύτταρο» για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Πώς βρεθήκατε τότε μακριά από την Πλάκα και τις μπουάτ της;

– Ηρθαμε σε αυτή την περιοχή το 1968 επειδή υπήρχε απαγόρευση από τη Χούντα να παίζω στην Πλάκα. Στα μαγαζιά που βρίσκονταν κοντά στην Κυψέλη και στην πλατεία Βικτωρίας έπαιζαν τότε οι «Γιεγιέδες», ήταν μια άλλη πιάτσα. Το ρεπερτόριό μας εκείνα τα χρόνια μόνον στην Πλάκα μπορούσε να λειτουργήσει, συνεπώς η απαγόρευση ισοδυναμούσε με την εξαφάνισή μου. Ομως τα καταφέραμε. Βρήκαμε το πρώην «Φουτζιγιάμα» στην πλατεία Βικτωρίας, που ο μαγαζάτορας είχε μετατρέψει σε «Ροντέο Κλαμπ». Ως «Φουτζιγιάμα» είχε ένα αρτιφισιέλ ρυάκι μέσα στον χώρο και ένα ηφαίστειο στον τοίχο. Μπαίνω που λέτε μέσα και βλέπω τρισχειρότερα: ζωγραφισμένους στους τοίχους καουμπόηδες να πηγαίνουν τα άλογά τους στην πηγή, πάνω σε μια κολώνα γραμμένο «Wanted», αλλού «Sherif». «Ξέρετε, δεν ταιριάζουν αυτά με τα δικά μας τραγούδια», του λέω. «Κοιτάξτε», μου λέει «ροντέο είναι το μέρος όπου συγκεντρώνονται οι καουμπόης, και εδώ που λέει “wanted” σημαίνει “καταζητείται”». Πήγαινε δηλαδή να μου πει ότι έχει ένα κόνσεπτ το μαγαζί. «Εντάξει», επέμεινα, «καταλαβαίνω, αλλά δεν ταιριάζουν με αυτά που παίζουμε». Μου λέει «Κύριε, αυτό είναι!». Και εκεί έπαιξα από το ’68 έως το ’71. Αργότερα πήγαμε στο «Κύτταρο», επειδή το «Ροντέο» δεν μας χωρούσε πια.

– Βρεθήκατε δηλαδή να ανακατεύεστε με έναν διαφορετικό κόσμο.

– Από τον οποίο, όμως, υιοθέτησα και ενσωμάτωσα αρκετά πράγματα. Οι Μπιτλς και οι Ρόλινγκ Στόουνς δεν ήταν μόνον χορευτική μουσική. Ηταν η βαθύτερη έκφραση μιας νεολαίας που αντιδρούσε στο τότε κατεστημένο, ένα κατεστημένο όμως που διέθετε τη δική του έκφραση, τη δική του αισθητική και τη δική του σοβαρότητα. Επομένως, για να το αντιμετωπίσεις έπρεπε να εκφραστείς ισοβαρώς. Δεν ξεμπέρδευες μαζί του απλώς γιουχάροντας, έπρεπε να το ξεπεράσεις. Αυτό ζήσαμε στα νιάτα μας και στην Ελλάδα. Δυστυχώς τώρα που το κατεστημένο είναι μια αστειότητα, ακούγονται μόνον λαϊκίστικες αντιδράσεις. Ο αντίλογος με λίγα λόγια είναι αναλόγως ανόητος του κυρίαρχου λόγου.

– Θεωρείτε ότι ανήκετε σε μια τυχερή γενιά;

– Ημασταν τυχεροί επειδή γεννηθήκαμε στα μέσα του 20ού αιώνα, και προλάβαμε να γνωρίσουμε το παραδοσιακό από τους γονείς μας αλλά και το μοντέρνο που εμφανίστηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οσοι γεννηθήκαμε εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του 1940, είμαστε κατά κάποιο τρόπο ο άξονας της ζυγαριάς. Από τη μια μεριά ήταν οι παλιοί, το κατεστημένο, από το άλλο οι νέοι και η αντίδραση. Κι εμείς στη μέση, οι ισορροπιστές. Το είχα πει και παλιότερα, εμείς του ’60 οι εκδρομείς είμαστε δίψυχοι: συντηρητικής ψυχοσύνθεσης και συμπεριφοράς ανατρεπτικής.

Η ρίζα του ανθρώπου είναι στον ουρανό, δεν είναι στη γη

– Ζήσατε σε εποχές μεγάλης δημιουργικότητας. Το παρόν σάς φαίνεται χωρίς έμπνευση;

– Ναι, γιατί τα χρόνια εκείνα που ήμουν παιδί, παρόλα τα στραβά και τη φτώχεια, λειτουργούσαν ακόμη οι αναφορές σε πράγματα που βρίσκονται έξω από τον υλικό κόσμο. Ο άνθρωπος ήταν πιο κοντά στη ρίζα του. Και η ρίζα του ανθρώπου είναι στον ουρανό, δεν είναι στη γη. Τώρα τα πράγματα είναι εντελώς «λογικά», εντελώς υλιστικά, και αυτό γίνεται εφιαλτικό. Δεν είναι έτσι η ζωή. Αν δεν αποκατασταθεί η σχέση μας με την ουσία, δεν θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από αυτή τη δυσάρεστη ευθεία στην οποία είμαστε εγκλωβισμένοι.

– Εξακολουθείτε να πιστεύετε στα αισθήματα;

– Η αισθηματολογία ήταν πάντοτε ξεπερασμένη, η ευαισθησία είναι άλλο πράγμα. Τον άνθρωπο τον θέλουμε ευαίσθητο, όχι αναίσθητο. Αλλά ούτε αφελή. Αν και να σας πω, κατά βάθος προτιμώ χίλιες φορές έναν ευαίσθητο χαζό, από έναν καπάτσο αγριορωμιό που υποτίθεται ότι ξέρει καλά το συμφέρον του.

– Κάποια στιγμή, αρχές της δεκαετίας του ’80 με αποκορύφωμα το 1989 και το «Κούρεμα», γράψατε στίχους έντονης κριτικής για τους νεοέλληνες και τα τρέχοντα ήθη σοκάροντας το κοινό σας. Γιατί το κάνατε;

– Δεν ήταν εκείνη η πρώτη φορά που ήρθα σε σύγκρουση με το ακροατήριο. Είχα πρόβλημα με τους «Αχαρνής» το 1977 επειδή ήταν μια σάτιρα της ρητορείας και της μπαλαφάρας της μεταπολίτευσης, έπειτα με τη «Ρεζέρβα» και το «Δεν είμαι Πασόκα, δεν είμαι και Κουκουέ» θύμωσαν οι κομματικές νεολαίες. «Αίσχος» ακουγόταν από κάτω. Αργότερα μας πετούσαν κέρματα στο πάλκο για να μας προσβάλουν.

Κοιτάξτε, ο καλλιτέχνης θέλει βέβαια να τον αγαπούν. Οποτε λοιπόν δυσαρεστούσα το κοινό, έλεγα στον εαυτό μου, «την άλλη φορά να προσέχεις, να τα λες πιο συμμαζεμένα». Αλλά όταν έγραφα, το λησμονούσα. Είναι στη φύση του τροβαδούρου να καταθέτει τα αισθήματά του, όποια κι αν είναι αυτά, ξεχνώντας εκείνη τη στιγμή το ενδεχόμενο κόστος.

– Πώς γεννήθηκαν τα τραγούδια σας;

– Οταν ήμουν νέος ήταν απλό, περπατούσα από την Κυψέλη στην Πλάκα και είχα το τραγουδάκι. Μια εικόνα αναδύεται από μέσα σου κι είναι ευχάριστο να την επεξεργαστείς γιατί έτσι πλουτίζει η ψυχή σου και νοηματοδοτεί τα πράγματα. Αλλά μεγαλώνοντας την πας όλο και πιο μακριά τη βαλίτσα. Είναι σαν να κάνεις ψυχανάλυση επί 24ώρου βάσεως, κάθε μέρα. Κουράστηκα, μεγάλωσα, δεν έχω πια κέφι για τέτοια.

– Περιγράψτε μας τη διαδικασία της δικής σας γραφής.

– Οταν γράφεις είσαι δύο. Ο ένας είναι αυτός που γράφει, και ο άλλος αυτός που το ακούει. Λοιπόν γράφεις κάτι, τελειώνει η μέρα, λες καλό είναι. Την άλλη μέρα ξυπνάς και λες, «Τι χάλια είναι αυτά;», διότι μιλάει αυτός που ακούει. Οπότε ξαναπιάνει ο συντάκτης να διορθώνει. Την άλλη μέρα ξαναπιάνει ο ακροατής, «Δεν είναι καλό», λέει. Είναι σαν να τραβούν ένα σκοινί, διελκυστίνδα, και ο ένας παίρνει τον άλλο εναλλάξ. Μέχρι που κάποια στιγμή βάζουν ακριβώς την ίδια δύναμη. Και το σκοινί ακινητεί. Το τραγούδι είναι έτοιμο.

– Ξέρετε άραγε εκείνη τη στιγμή αν το συγκεκριμένο τραγούδι θα γίνει επιτυχία;

– Οχι, δεν το ξέρω. Λέω όμως μέσα μου, «Αυτό το τραγούδι θα αρέσει στον Τάκη!». Ή στην Κικίτσα, ή σε κάποιον άλλο φίλο. Κατά τα άλλα, το πώς θα δουλέψει το τραγούδι στο κοινό, το καταλαβαίνεις όταν το παίζεις. Ξαφνικά απλώνεται μια παράξενη σιωπή και οι θεατές σε κοιτάζουν όχι σαν ακροατήριο που αποδέχεται τον καλλιτέχνη, αλλά σαν άνθρωποι που ανακαλύπτουν έναν άλλο άνθρωπο, αυτόν που βρίσκεται επί σκηνής. Συναντιούνται δηλαδή σε ένα άλλο επίπεδο. Αν αυτό συμβεί, το τραγούδι έκανε τη δουλειά του, καθαρίσαμε.

– Ως καλλιτέχνης έχετε πάρει την ικανοποίηση που επιθυμούσατε όταν ξεκινήσατε την καριέρα σας;

– Βλέπω ότι η εργασία μου διαθέτει κάποια ποιότητα. Θα ήθελα όμως να έχω πετύχει και την ποσότητα. Ολοι οι μεγάλοι ομότεχνοι που θαυμάζω –οι μεγάλοι του ρεμπέτικου, ο Αττίκ, ο Μπρασένς, ο Ντίλαν– έγραψαν πάνω από χίλια τραγούδια. Εγώ καμιά διακοσαριά. Τι να κάνουμε, ήμουν ολιγογράφος.

– Τώρα που δεν φτιάχνετε πλέον τραγούδια, τι απολαμβάνετε περισσότερο στη ζωή σας;

– Τις γιορτές, τα παιδάκια, τη λογοτεχνία, τη μουσική, τα ωραία κορίτσια, τις κομψές κυρίες, τα όμορφα σπίτια, τις βεράντες στη θάλασσα, τα σύννεφα…

​​Το φετινό πρόγραμμα του Διονύση Σαββόπουλου και της Ελένης Βιτάλη «Σήκω ψυχή μου, δώσε ρεύμα» στο «ΚΥΤΤΑΡΟ LIVE» (Ηπείρου 48 & Αχαρνών) συνεχίζεται τον Μάρτιο, κάθε Τρίτη και Τετάρτη.