ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ρ. Γουίνστον: «Η εξωσωματική τείνει να γίνει αγοραπωλησία»

r-goyinston-i-exosomatiki-teinei-na-ginei-agorapolisia-2135895

Aπό τη γενετική μέχρι την ψηφιακή τεχνολογία, οι εφευρέσεις των ανθρώπων έχουν φέρει επανάσταση στη ζωή μας. Ωστόσο, οι ίδιες επιστημονικές ανακαλύψεις έρχονται συχνά χέρι-χέρι με σειρά «παρενεργειών» που τη στιγμή του «Εύρηκα» ήταν δύσκολο να προβλεφθούν. Η ίδια επιστήμη, η γενετική, η οποία μας επιτρέπει σήμερα την εξέταση των εμβρύων για γενετικές ανωμαλίες και τη διαλογή τους, είναι εκείνη που έκανε δυνατή και τη ναζιστική ευγονική. Τέτοιες ανεπιθύμητες δράσεις έχει βάλει στο στόχαστρο ο λόρδος Ρόμπερτ Γουίνστον, καθηγητής Επιστήμης και Κοινωνίας και ομότιμος καθηγητής Επιστημών της Γονιμότητας στο Imperial College London, o οποίος με τις ανακαλύψεις του έφερε επανάσταση στην αναπαραγωγική ιατρική και ειδικά στην εξωσωματική γονιμοποίηση.

Ως μέλος της Βουλής των Λόρδων του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ο δρ Γουίνστον έχει υπάρξει πρωτοπόρος στην επικοινωνία της επιστήμης και θεωρεί την ενημέρωση και την εκπαίδευση σε επιστημονικά ζητήματα δικαίωμα και υποχρέωση κάθε πολίτη μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Ο λόρδος Γουίνστον μίλησε για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό στο πλαίσιο του φεστιβάλ επιστήμης Athens Science Festival 2016 και ξεδίπλωσε τις ανησυχίες του για το πώς το ανθρώπινο είδος χρησιμοποιεί τις ίδιες του τις ανακαλύψεις.

– Στην περίπτωση της τεχνικής της εξωσωματικής γονιμοποίησης ποια είναι «ανεπιθύμητη δράση»;

– Στην Ελλάδα, όπως και στη Βρετανία, η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί μια τεράστια αγορά και τη λαμβάνουν πολλοί περισσότεροι άνθρωποι από αυτούς που πραγματικά την έχουν ανάγκη. Το μέγεθος της απόγνωσης σπρώχνει πάρα πολλούς ανθρώπους στην αναζήτηση μιας λύσης. Αυτό έχει αποτέλεσμα η εξωσωματική γονιμοποίηση να καταλήγει να είναι μια τεχνική αγοραπωλησίας, η οποία χρησιμοποιείται μαζικά και αδιακρίτως.

Πραγματικά πιστεύω ότι κάτι τέτοιο είναι καταστροφικό. Θα μπορούσαμε να το είχαμε αποτρέψει ή να το είχαμε προβλέψει; Iσως ναι, αλλά μόνο εάν είχαμε πατεντάρει τις διαφορετικές τεχνικές. Oμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Δεν μπορεί κανείς να ελέγξει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με το οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την τεχνολογία και συνήθως οι κανονισμοί δεν φέρνουν τα καλύτερα αποτελέσματα. Είναι προτιμότερο να καθιερώνονται υπεύθυνες συμπεριφορές. Και γι’ αυτό τον λόγο επιμένω πως η εκπαίδευση είναι πιο σημαντική από τους κανονισμούς. Παρόλα αυτά, η εξωσωματική γονιμοποίηση έχει φέρει στον κόσμο έξι εκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως. Αυτό αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να διαθέσουν μέχρι και το τελευταίο τους ευρώ για να τεκνοποιήσουν.

Για… την επόμενη γενιά

– Γιατί οι άνθρωποι έχουμε τέτοια λαχτάρα για αναπαραγωγή;

– Δεν είναι κάτι ορθολογιστικό. Είναι γονιδιακό· είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι για να παράγουμε την επόμενη γενιά. Η ανικανότητα αναπαραγωγής φέρνει τεράστια δυστυχία, τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες. Είναι συχνό οι σχέσεις να διαλύονται· οι γυναίκες να χάνουν το ενδιαφέρον τους για σεξουαλική επαφή, να παύουν να έχουν οργασμό, να πέφτει η αυτοεκτίμησή τους, να αυτοκατηγορούνται χωρίς λόγο, να νιώθουν αγωνία και ενοχή· οι άνδρες να γίνονται βίαιοι και να παθαίνουν κατάθλιψη. Αυτός ήταν και ο πρωταρχικός λόγος που με ώθησε να ασχοληθώ με αυτό τον τομέα. Oχι γιατί θεωρούσα την εξωσωματική γονιμοποίηση ενδιαφέρουσα, αλλά γιατί ως νέος ειδικευόμενος γιατρός έβλεπα γύρω μου ανθρώπινη δυστυχία, η οποία δεν λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη από τους γιατρούς συναδέλφους μου.

– Ποιος είναι ο λόγος που τόσες πολλές εξωσωματικές γονιμοποιήσεις αποτυγχάνουν;

– Σίγουρα ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπινων εμβρύων φέρουν γενετικές ανωμαλίες. Oμως υπάρχουν και πολλοί ακόμα λόγοι. Οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την εξωσωματική γονιμοποίηση ως την απόλυτη λύση. Καθημερινά λαμβάνω ηλεκτρονικά μηνύματα από γυναίκες από όλο τον κόσμο που με ρωτούν γιατί δεν έμειναν έγκυες. Ωστόσο, η πραγματική πιθανότητα σύλληψης κατά τη διάρκεια ενός κύκλου είναι περίπου 26%, αυτό είναι όλο. Οπότε υπάρχει το ενδεχόμενο μια γυναίκα να μη μείνει έγκυος μετά τρεις κύκλους εξωσωματικής. Βέβαια οι κλινικές διαφημίζουν ότι η πιθανότητα σύλληψης φτάνει το 50% ή το 70%, αλλά κάτι τέτοιο το ισχυρίζονται, επιλέγοντας συγκεκριμένα άτομα. Σε σύγκριση με άλλα θηλαστικά, οι άνθρωποι τελικά είμαστε εξαιρετικά στείροι. Σε έρευνα που είχε γίνει παλιότερα στη Βρετανία βρέθηκε ότι η κατά μέσο όρο πιθανότητα φυσιολογικής σύλληψης κατά τη διάρκεια ενός μήνα, χωρίς τη χρήση αντισύλληψης, είναι 22%. Από την ηλικία των 35 έως 36 ετών αυτό το ποσοστό αρχίζει σιγά-σιγά να πέφτει, ενώ από την ηλικία των 40 ετών η πτώση αυτή επιταχύνεται. Αναμφισβήτητα, κοιτάζοντας την εξέλιξη με δαρβινικούς όρους, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για την ύπαρξη της έμμηνου ρύσεως, η οποία φαίνεται να αποτελεί ένα σημαντικό μειονέκτημα. Από τη μια προκαλεί μια μεγάλη απώλεια αίματος το οποίο είναι χρήσιμο για τον οργανισμό, και από την άλλη κάνει τις γυναίκες να αισθάνονται αδιαθεσία. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι είμαστε λιγότερο γόνιμοι, μιας και υπάρχει μόνο μια ημέρα του κύκλου που το ωάριο θα εμφυτευθεί στη μήτρα και μόνο μια ή δύο ημέρες που το ωάριο θα γονιμοποιηθεί. Τον υπόλοιπο μήνα μια γυναίκα είναι πλήρως αναποτελεσματική αναπαραγωγικά.

Ερευνα για τη δημιουργία οργάνων με σκοπό τη μεταμόσχευση

Σήμερα, ο δρ Γουίνστον, με την ερευνητική του ομάδα στο Imperial College London, αναζητεί λύση σε μια άλλη ιατρική ανάγκη, τη δημιουργία οργάνων για μεταμόσχευση. Συγκεκριμένα, προσπαθεί να τροποποιήσει γενετικά χοίρους ώστε να μπορούν να αναπτύξουν ανθρώπινα όργανα, όπως νεφρά, πνεύμονες, ήπατα, τα οποία δεν θα απορρίπτονται από το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα. «Το ανοσοποιητικό μας σύστημα ελέγχεται κατά βάση από γονίδια, τα οποία παράγουν πρωτεΐνες που είναι μοναδικές στον κάθε άνθρωπο», εξηγεί ο λόρδος Γουίνστον. Ο ίδιος, όμως, μηχανισμός που προστατεύει τον οργανισμό από ανεπιθύμητους εισβολείς, οδηγεί και στην απόρριψη των μοσχευμάτων. «Αλλάζοντας τα γονίδια, θολώνουμε αυτές τις πρωτεΐνες, με αποτέλεσμα το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα να μην αναγνωρίζει τα μοσχεύματα ως ξένα». Μια τέτοια προοπτική θα μπορούσε να σώσει χιλιάδες ζωές. «Εάν σήμερα χρειαστεί κάποιος ένα μόσχευμα καρδιάς θα πρέπει να περιμένει πότε θα πεθάνει κάποιος από αυτοκινητικό δυστύχημα. Στη Βρετανία τέτοια μοσχεύματα δεν ξεπερνούν τα 100 τον χρόνο, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει ανάγκη για χιλιάδες», καταλήγει ο δρ Γουίνστον.