ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η ηγεσία Δικαιοσύνης, η Βουλή και το Σύνταγμα

grammata-anagnwstwn--14-thumb-large--2

Κύριε διευθυντά

Δύο θέματα που απασχόλησαν εσχάτως την κοινή γνώμη είναι οι μετατάξεις του προσωπικού της Βουλής και ο διορισμός της ηγεσίας του Αρείου Πάγου (ΑΠ) από την απερχόμενη κυβέρνηση.

Νομίζω ότι η φράση-κλειδί και στις δύο περιπτώσεις είναι «διακομματική συναίνεση», αν και η έλλειψή της χρησιμοποιήθηκε δειλά μόνο σχετικά με τις μετατάξεις.

Ο κοινοβουλευτικός πολιτικός κόσμος της χώρας, που εκπροσωπεί το σύνολο του εκλογικού σώματος, δηλαδή όλους μας, θεωρεί ότι δικαιούται να «διαμερίζει τα ιμάτιά μας εαυτώ», είτε ως πλειοψηφία είτε διακομματικά, αλλά τηρώντας τα προσχήματα και αποφεύγοντας βάρβαρα κραυγαλέες υπερβολές.

Ειδικά για τον διορισμό της ηγεσίας του ΑΠ, καταμαρτυρείται –όπως συμβαίνει συχνά– στο Σύνταγμα (Σ) ο περιορισμός που δεν επιτρέπει στη Βουλή, ως νομοθετικό σώμα, να επέμβει στη διαδικασία διορισμού από την κυβέρνηση. Γίνεται επίκληση του άρθρου 90 παρ. 5 του Σ, βάσει της οποίας η εκάστοτε αντιπολίτευση καταφέρεται κατά της συνταγματικής ρυθμίσεως που (θεωρεί ότι) επιτάσσει τον διορισμό από την κυβέρνηση και προσπαθεί να τον περιορίσει ερμηνευτικά, ενώ η κυβέρνηση κακίζει μεν τη διάταξη, αλλά θεωρεί δικαίωμά της την εφαρμογή της. Κατά τη γνώμη μου, και οι δύο πλευρές προσπαθούν να κρύψουν ότι ο δήθεν αναπόφευκτος συνταγματικός περιορισμός είναι επιλογή τους, που τις «βολεύει».

Το άρθρο 90.5 του Σ ορίζει ότι «Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου […] ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, ΟΠΩΣ ΝΟΜΟΣ ΟΡΙΖΕΙ». Συνεπώς, το Σ δεν καθορίζει τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας, αλλά παραπέμπει σε απλό «τυπικό» νόμο, που ψηφίζεται από τη Βουλή. Ο νόμος αυτός σήμερα είναι το άρθρο 49 παρ. 3 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 3841/2010, όπως ισχύει), όπου περιγράφονται λεπτομερώς οι συζητούμενες περιοριστικές διαδικασίες επιλογής των προαγομένων από την κυβερνητική πλειοψηφία.

Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι, αν πράγματι ήθελε, η Βουλή θα μπορούσε ανεμπόδιστα να τροποποιήσει τον ισχύοντα νόμο και να επιτρέψει στη Δικαιοσύνη να επιλέγει την ηγεσία της μέσω του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

Για μία ακόμα φορά αποφεύγουμε να ασχοληθούμε με –και να λύσουμε– τα ουσιαστικά προβλήματα των ρυθμιστικών σχημάτων, προτιμώντας να προβάλουμε την (όντως αδίστακτη) υπέρβαση των διαδικαστικών προσχημάτων.

Κωστας Γ.  Μπονιφατσης