ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η έπαυλη Αδριανού και η… Κεφήσια

i-epayli-adrianoy-amp-nbsp-kai-i-amp-8230-kefisia-2319876

Κύριε διευθυντά
Δίκαια απασχολεί τον αναγνώστη σας με την επιστολή του, που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της «Κ» την Τετάρτη 15-5-2019, η ονομασία της λεωφόρου Κηφισιάς.

Εν συντομία θα εστιάσω μόνον την προσοχή στον ορθό τονισμό του τοπωνυμίου, σύμφωνα με τις φιλολογικές πηγές μου,  που είναι Κηφισιά – πρβλ. και Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης. Ιω. Σταματάκου. Εκδ. Π. Δημητράκου, Αθήναι 1949, σ. 1180. Αναφέρεται έτσι και από τον ακριβολόγο Στράβωνα (65 π.Χ. – 23 μ.Χ.) στα «Γεωγραφικά» (9.397) του «άπερ είναι συντεταγμένα εν τη ατημελήτω κοινή γλώσση μετ’ αγαστής σαφηνείας» Γεωργ. Κ. Γαρδίκα: Επίτ. Ελληνική Γραμματολογία, Αθήναι 1948, εκδ. 6. σ. 162. Η Κηφισιά ήταν οργανωμένη πόλη ακόμη και από τους προϊστορικούς χρόνους. Ηταν μια από τις δώδεκα πόλεις που είχε ορίσει στο πολεοδομικό σύστημά του ο μυθικός Κέκροπας και ανήκε στην Ερεχθηίδα φυλή.

Η κατάληξη –ιά είναι ετυμολογικά παράγωγο περιεκτικό από ουσιαστικό. Σημαίνει τόπο, που περιέχει πολλά απ’ αυτά, που δηλώνει το πρωτότυπό του, όπως π.χ. τα: δρόσος=δροσιά, μάραθος=μαραθιά, μύρμηξ=μυρμηγκιά, ρόδον=ροδωνιά, στρατός=στρατιά κ.λπ., έτσι και: Κηφισός=Κηφισιά˙ είναι τόπος, που δηλώνει περιεκτικότητα. Κηφισ(σ)ός σημαίνει ποταμός, νερό· τα δύο ττ(σσ) επιχωριάζουν στη Βοιωτία και Φωκίδα· πρβλ. λήμμα: Κηφισός. Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης: Liddel-Scott, τόμ. 2, σ. 716, εκδ. Σιδέρη. Αθήναι (χχ).  Αλλωστε ο απλός χωρικός και σήμερα στη λαογραφία μας με το «σ» δηλώνει την ηχοποίητη ροή του νερού στο αυλάκι· και υπήρχαν «Φωκικός» και «Βοιωτικός» Κηφισός. Ηταν και εκεί παρόμοιες ονομασίες ποταμών. Είναι πελασγικά ονόματα σε τοπωνύμια, όπως και στην Αττική: Βριληττός, Ιλισσός, Λυκαβηττός, Υμηττός· πρβλ. θάλασσα (συναγωγή νερών, Κεφαλάρι, πηγή άντρου νυμφών, Αδριάνειο υδραγωγείο κ.λπ. – συγκέντρωση, συναγωγή νερού του αττικού ποταμού Κηφισού – Κηφισιά κ.λπ.)

Δεν πρέπει λοιπόν να γράφεται, να τονίζεται ή να προφέρεται Κηφισία˙ π.χ. όρια Κηφισίας – λεωφόρος Κηφισίας κ.λπ. σύμφωνα με την ιστορική γραπτή αρχαία παράδοση, το ετυμολογικό της γραμματικής μας και την πρωτοελλαδική – πελασγική προέλευση του τοπωνυμίου Κηφισιά. Ετσι πολύ σωστά λοιπόν αναγράφεται και στο ένθετο και σημαντικό ιστορικό φύλλο της «Κ» (27-4-1941).

Το «Κηφισίας» προήλθε από το λατινικό Cephissius-Cephissus=Κηφίσσιος-Κηφισσός Cephissias=Κηφισσίας-Κηφισιάς (πηγή) γεν. Κηφισιάδος. Οι ξένοι τουρίστες, που έρχονται στο ωραίο προάστιο προφέρουν Κεφήσια, ενώ ο Τούρκος περιηγητής του 17ου αιώνα Εβλιά Τσελεμπή στο οδοιπορικό του την αποκαλεί Τζιβισιά.
Στην Κηφισιά είχε έπαυλη και ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός. Ομορφες «αττικές νύχτες» πέρασε στην Κηφισιά, και ο Αύλος Γέλλιος, που έγραψε γι’ αυτές μένοντας στην έπαυλη του Ηρώδη του Αττικού (Christ: Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας. Ελλ. Μετάφραση, βιβλιοθ. Μαρασλή, B΄ τόμ., σ. 480-481).

Επειτα στην Κηφισιά γεννήθηκε και ο τελευταίος ποιητής των αποφθεγμάτων της νέας ονομαζόμενης κωμωδίας Μένανδρος ο Κηφισιεύς (342 π.Χ. – 292 π.Χ.).

Δημ. Σ. Μασουρης, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων