ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Στρατιώτης-στρατηγός ο μπαρμπα-Γιώργης

grammata-anagnwstwn--21

Κύριε διευθυντά
«Σμύρνη! Βαδίσαμε μια ώρα για την πολιτεία Μπουρνόβα(…). Μεγάλη υποδοχή, μέγας ενθουσιασμός. Οι κοπέλες με μεγάλη χαρά θέλαν να βολτάρουν με τους φαντάρους. Αλλά εμείς δεν ήμασταν Μικρασιάτες. Εμείς ήμασταν αγρίμια παλαιολλαδίτικα. Βάλαν χέρι στις κοπέλες και (αυτές) παραπονέθηκαν. Ο Δήμαρχος έβγαλε λόγο, τα είπε: “Εμείς σας περιμέναμε παραπάνω από αδέλφια, αλλά δυστυχώς …Λυπούμαι, λυπούμαι…”».

Οχι, αγαπητοί μου, δεν αναστήθηκε ο Μακρυγιάννης στη Σμύρνη. Είναι ο μπαρμπα-Γιώργης ο Παπαδάκης. Αυτός τα γράφει αυτά. Κατά τα άλλα, το ίδιο ύφος το ίδιο ήθος. Οπως ο Μακρυγιάννης, «ο αγράμματος αυτός δάσκαλος του Γένους» (Γ. Σεφέρης), έτσι και ακόμη ένας Ρουμελιώτης, Καστελλιώτης αυτός, παρακινούμενος από τον ίδιο ιερό δαίμονα, είχε το κουράγιο, ανάμεσα στις μάχες, να γράφει «Ημερολόγιον», με εκείνα τα λιγοστά γραμματάκια που έμαθε στο χωριό ( Δ΄ Δημοτικού).

Στρατιώτης του Ευζωνικού από το 1916 μέχρι το ’22, από εκστρατεία σε εκστρατεία, από την Ουκρανία στη Μικρά Ασία. Αριστος τηλεγραφητής, δεξιοτέχνης στα σήματα Μορς, με τρία παράσημα («συμμαχικόν αριστείον ανδρείας») αλλά και λιποτάκτης, όταν τον αδίκησαν. Ενας γνήσιος Ελληνας!

Μάχες φονικότατες, σώμα με σώμα, όπου το αίμα, ελληνικό και τούρκικο, ρέει ποτάμι. Ανακατώνεται με το καθαρό ρυάκι και ρουφιέται άπληστα τη νύχτα από διψασμένους τραυματίες. Η φρίκη του πολέμου σε όλη της την έκταση. Η βαρβαρότητα και η ανθρωπιά χωρίς φυλετικές διακρίσεις του τύπου «εμείς οι καλοί, οι άλλοι οι κακοί». Ολ’ αυτά ιστορημένα και σχολιασμένα, χωρίς περιττές μεγαλοστομίες και ψεύτικους εξωραϊσμούς, από την ανυπόκριτη γραφίδα του μπαρμπα-Γιώργη. Η αλήθεια γυμνή. Το καλό να λέγεται και να επαινείται. Το κακό να στηλιτεύεται, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Ετσι στοχάζεται ο νους του ο καθάριος, αυτό υπαγορεύει η συνείδησή του, η άδολη.

Πρώτος στις ενθουσιώδεις προελάσεις, ψύχραιμος στην άτακτη φυγή. Εκεί όπου καθένας δείχνει ποιος πραγματικά είναι: γενναίος, δειλός ή κάθαρμα.

Ιδού ακόμη ένα μικρό δείγμα γραφής: «1η Νοεμβρίου, εκλογές. Εχασε ο Βενιζέλος, βγήκε ο Γούναρης. Τα απολυτήρια της κλάσης του ’15 ήτανε έτοιμα και μας τα δώσανε να φύγουμε. Ο Ζούλιας, ο πρόστυχος λοχαγός μας, μου έβγαλε τα ρούχα που φορούσα, επειδή ήτανε γερά, και μου ’δωσε κάτι άλλα, τελείως άχρηστα. Πήγα να αποχαιρετήσω τον Διοικητή μου, Ταγματάρχη Μελά Ιωάννη. Ο Μανέτας είχε πάρει μετάθεση. Μου λέει ο Μελάς: Βρε, παιδί μου Παπαδάκη, τι ρούχα είναι αυτά που φορείς; Ποιος στα ’δωσε; “Ο κύριος λοχαγός πήρε τα γερά και μου φόρεσε με το ζόρι αυτά, για να κάμω εμφάνιση στο χωριό μου, επειδή έχω πέντε χρόνους στρατιώτης”. Ενας φίλος μού είπε: “Μη στεναχωριέσαι, Γιώργη, θα σου δώσω τα δικά μου που είναι γερά και γω θα πάρω τα δικά σου”». 

Ο μπαρμπα-Γιώργης γύρισε στο χωριό, αλλά όχι για πολύ. «Νέα εκστρατεία στις 14 Μαρτίου. Παιδιά, πάλι στ’ άρματα. Ο προκομμένος ο Γούναρης (διέταξε) γενική επιστράτευση. Ολοι οι στρατεύσιμοι ανυπότακτοι. Γέμισαν τα βουνά λιποτάκτες. Κατά τον Μάιο άρχισε η αστυνομία συλλήψεις στις οικογένειες. Στη φυλακή οι αδελφές, οι γονείς. Παρουσιαστήκαμε θέλοντας και μη». Εφτασε μέχρι Εσκί Σεχίρ, Αφιόν Καραχισάρ και πάλι πίσω, αλλά πώς; «Διαταγή να συγκεντρωθούμε στην Αδριανούπολη. Ολα αυτά τα μέρη Φιλιππούπολη, Λουλέ Μπουγά, Πάνορμο, Ραιδεστό, Μακρά Γέφυρα, Αλεξανδρούπολη, Σαράντα Εκκλησιές τα περπάτησα ένα ένα. Από Αδριανούπολη πήρα απολυτήριο». Για τελευταία φορά. Ο μπαρμπα-Γιώργης έζησε παρά ένα εκατό…

Ιωαννης Αθαν. Μακρης, Καστέλλια Παρνασσίδος