ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η «Λεωφόρος bypass», ο χρυσάργυρος Θερμαϊκός και ιδού βαθιά συγκίνηση

Κύριε διευθυντά
Τη Δευτέρα 9 Οκτωβρίου, που με το νέο ημερολόγιο ανακαλεί ιστορικές μνήμες του 1912 και της μεγάλης εθνικής εξόρμησης που οδήγησε στην απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου, βγήκα να περπατήσω στο δρομολόγιο Διοικητήριο Θεσσαλονίκης – λιμάνι – Λευκός Πύργος – Μέγαρο Μουσικής, ιδανικό για πεζοπόρους και κυρίως τους εξ αυτών καρδιοπαθείς. Διανύουν την υπέροχη παραλιακή λεωφόρο, μήκους περίπου 5 χλμ., η οποία πήρε το προσωνύμιο «Λεωφόρος bypass».

Παρά την ψυχρούλα, ήταν μέρα που ο χρυσάργυρος Θερμαϊκός στραφτοκοπούσε κι ο ένας μεγάλος μας ποιητής θα την τραγουδούσε «Πρωί και λιοπερίχυτη και λιόκαλη είν’ η μέρα […]», ο δε άλλος θα σταματούσε για να πει: «Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ τη φύσι λίγο. / Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού/ λαμπρά μαβιά… […]». Ομως εγώ δεν στάθηκα σ’ αυτό το σημείο του δρόμου. Προχώρησα στο λιμάνι κι εκεί ένα θέαμα με κράτησε ασυναίσθητα σε στάση προσοχής: Ηταν πλευρισμένο, με τις σημαίες αναπεπταμένες και τα τηλεβόλα περίοπτα κι ευθυτενή, το θωρηκτό μας «Αβέρωφ»! Αν και είχα διαβάσει πως θα καταπλεύσει για τις γιορτές της απελευθέρωσης και της 28ης Οκτωβρίου, έτσι που τον είδα ξαφνικά ένιωσα τη μεγάλη συγκίνηση που συγκλονίζει κάθε Ελληνα, επειδή ο «Αβέρωφ» δεν είναι απλώς ένα πολεμικό πλοίο, είναι (ήταν) ο Βυζαντινός Δρόμων των μεγάλων ονείρων του Ελληνισμού, πολλά των οποίων πραγματώθηκαν με την ουσιώδη συμβολή του. Ο φρουρός ναύτης που τον ρώτησα, μου είπε ότι από την επόμενη μέρα, Τρίτη, θα ήταν επισκέψιμος από το κοινό. Ηταν τοποθετημένη ήδη η μεγάλη σκάλα για την επιβίβαση. Αλλά και από την ώρα εκείνη πολύς κόσμος από απόσταση στεκόταν και φωτογράφιζε το θρυλικό θωρηκτό. Ομως δεν θα παραλείψω να ομολογήσω ότι προσωπικώς ένιωσα διπλή τη συγκίνηση. Ο λόγος είναι ότι είμαι Αρμάνος Βλάχος με την απώτερη καταγωγή από τη Μοσχόπολη, εν συνεχεία τη Σαμαρίνα και τέλος το Τσοτύλι. Σημειώνω ότι το 1909, τον Απρίλη, υπό τον «απαραδειγμάτιστον ζυγόν της δουλείας», οι βλάχικες οικογένειες Τσοτυλίου, των οποίων είχε αμφισβητηθεί –για λόγους εμπορικού ανταγωνισμού, όπως πιστοποιεί το ελληνικό Προξενείο Ελασσόνας– ο πατριωτισμός, δημοσίευσαν ολοσέλιδη καταχώριση στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Θεσσαλονίκης, στην οποία έγραφαν με υποδειγματικά ελληνικά: «Ορκιζόμεθα εις την ιεράν μνήμην των πατέρων ημών ότι Ελληνες εσμέν και Ελληνες θα αποθάνωμεν. Παλαιοί χρόνοι, ουχ ημείς ημάρτομεν δι’ ατυχές της γλώσσης παράπτωμα». Και το Οικουμενικό Πατριαρχείο εν Συνόδω, με Πατριάρχη τον Ιωακείμ τον Μέγαν, τους εφοδίαζε με σιγιλλιώδες γράμμα, με το οποίο διακηρύσσεται ότι οι Βλάχοι του Τσοτυλίου (και εννοείται οι βλαχόφωνοι Ελληνες) είναι «Πιστά τέκνα της Εκκλησίας και του Γένους ημών». Τούτων δοθέντων, να γιατί ήταν διπλή η συγκίνησή μου: Διότι ο μέγας ευεργέτης Γεώργιος Αβέρωφ ήταν επίσης Αρμάνος Βλάχος, η δε δωρεά του ήταν η απάντηση στις αμφισβητήσεις και η επιβεβαίωση του Ελληνες εσμέν και Ελληνες θα αποθάνωμεν. Δεν πρέπει να λησμονείται, ότι εκείνη την εποχή οργίαζε η μεγαλορουμανική προπαγάνδα και έρρεε από τα θησαυροφυλάκια του Βουκουρεστίου το χρυσίο της εξαγοράς συνειδήσεων, ενώ λίγο αργότερα και εν ονόματι άλλης μέγιστης εθνικής ανάγκης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος παραχωρούσε τους Βλάχους, ως «λύτρον αντί πολλών», στις ανιστόρητες ρουμανικές αξιώσεις, επιτρέποντας την ίδρυση ρουμανικών Γυμνασίων στα Γρεβενά και στη Θεσσαλονίκη – γεγονός που έστρεψε τη μεγάλη πλειοψηφία των Βλάχων στον Κωνσταντίνο και στον αντιβενιζελισμό. Μακρηγόρησα ίσως, αλλά η συνειρμική ακολουθία εν προκειμένω και η συναισθηματική φόρτιση είχαν αυτό το αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Ο δε «Αβέρωφ» παραμένει ως η πνευματική παρακαταθήκη των λόγων του Ελευθερίου Βενιζέλου προς το πλήρωμα του θωρηκτού που απέπλεε από τον Πειραιά για τον Ελλήσποντο, τη Λήμνο και την αθάνατη δόξα: «Η πατρίς αξιοί από υμάς όχι απλώς ν’ αποθάνητε υπέρ αυτής. Αυτό θα ήτο το ολιγώτερον. Αξιοί να νικήσητε! […]».

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη