ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η αισιοδοξία των αναμνήσεων, οι ονηγοί, η Μύκονος, τα σαββατόβραδα και οι πικρές Δευτέρες

grammata-anagnwstwn--9

Κύριε διευθυντά
Επειδή η πρόσφατη απώλεια του εξαίρετου στιχουργού, ποιητή, συνθέτη και συγγραφέα Μάνου Ελευθερίου, εκτός από τη λύπη, προκάλεσε ένα κύμα νοσταλγικής αναπόλησης και επιστροφής στη δεκαετία του ’60, με σχετικές αναφορές στις εφημερίδες, τα περιοδικά και την τηλεόραση και με συγκρίσεις που επικυρώνουν την «Αισιοδοξία των αναμνήσεων» του Ευ. Παπανούτσου, νομίζω πως υπάρχει μια απολύτως χαρακτηριστική εικόνα της διαφοράς μεταξύ εκείνης της εποχής και της σημερινής. Την προσφέρουν τα ανά την Ελλάδα «παζάρια» που τελούνταν στο παρελθόν και έχουν πάρει τώρα τη μορφή μεγάλων λαϊκών αγορών στους ίδιους τόπους.

Οι τότε λοιπόν επί πώλων όνων καθήμενοι και προσερχόμενοι στο παζάρι από τα γύρω χωριά ονηγοί και ονηλάτες Ελληνες, οι οποίοι παρέδιδαν το ζώο τους στο χάνι και το έπαιρναν πίσω με μισή δραχμή, έρχονται τώρα με το Ι.Χ. και παρκάρουν οπουδήποτε τα συνήθως 2.000 κυβικά τους και τα μεγαλοπρεπή 4Χ4, επιτρέποντας μερικές φορές την πικρή παρατήρηση ότι οι πρώην ονηγοί έγιναν «όνοι-οδηγοί».

Υπάρχει όμως και μια άλλη διαφορά που την εκθέτει ο Ζάχος Χατζηφωτίου σε συνέντευξή του προς την Κλεοπάτρα Πατλάκη (Gala 5/8/18). Αναφέρεται στην εν λόγω δεκαετία, στη Μύκονο και στη σημερινή εποχή: «Τότε στο νησί ερχόσουν με κότερα και όχι με το πλοίο της γραμμής.

Ηταν υπέροχα τα βράδια με γλέντια, τραγούδια, καντάδες. Τότε γλεντούσαμε με την καρδιά μας κι όχι για το θεαθήναι. Σπάζαμε πιάτα, κάναμε πλάκες […]». Ακριβώς τότε ήταν που έγραφε ο Τάσος Λειβαδίτης «Στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή», ενώ για τα βράδια, και δη τα σαββατόβραδα, ο ίδιος έξοχος ποιητής αναφωνούσε για λογαριασμό του ελληνικού λαού «Αχ! να ’ταν η ζωή μας σαββατόβραδο…», που θα ήταν ποιητική μεταφορά ανέφελου βίου με στοιχεία ανθρώπινης δημιουργικότητας, αν δεν είχε άμεση νοηματική συνέχεια στο «Από Δευτέρα πάλι/πίκρα και σκοτάδι» – γιατί σταματά η διασκέδαση και το καθισιό και ξαναμπαίνουμε στον ζυγό της εργασίας.

Στη φανερή αντίστιξη, το στοιχείο της ταξικής ανισότητας εξηγεί τους στίχους του Μάνου Ελευθερίου «Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας/γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας», που δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι η χώρα μας και ο λαός μας διήνυσαν την απόσταση από τους ονηγούς μέχρι τους «όνους-οδηγούς» και από τον υποσιτισμό στην παχυσαρκία υπό τους ήχους μεμψίμοιρης κουλτούρας, η οποία επικυρώνει την προπολεμική διαπίστωση του Κλέωνος Παράσχου στη «Νέα Εστία», ότι οι Ελληνες είναι από τα αρχαία χρόνια ένας λαός απαισιόδοξος – άρα η «Αισιοδοξία των αναμνήσεων» αντισταθμίζεται με την «Απαισιοδοξία των προοπτικών». Είναι όμως πράγματι έτσι ή μήπως αυτοί οι ίδιοι Ελληνες, που προκόβουν και διαπρέπουν στο εξωτερικό και που τελικά κατάφεραν να εντάξουν τη χώρα στις 30 πιο πλούσιες του πλανήτη, είναι θύματα μιας παρανόησης που από τη μια «θαυμάζει» την αποχαύνωση της Μυκόνου και από την άλλη εξιδανικεύει τη φυγοπονία εν ονόματι της «κλοπής της υπεραξίας»; Διότι τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο απλά, αν στη δημόσια σφαίρα κυριαρχούσε η κουλτούρα ότι είναι ένα θεμελιώδες θέμα η αντιμετώπιση της στρεβλής αντίληψης για τη δουλειά.

Οτι δεν είναι δουλεία και ότι ο ελληνικός λαός θα πρέπει να πεισθεί για το ησιόδειο «αεργίη τ’ όνειδος», παράλληλα με την αδιαπραγμάτευτη εξασφάλιση και κατοχύρωση του δικαιώματός του να απολαμβάνει στο ακέραιο τους καρπούς του μόχθου του.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη