ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Εν πλήρει συγχύσει, εσαεί εν ψεύδει κ.λπ.

en-plirei-sygchysei-amp-nbsp-esaei-en-pseydei-k-lp-2302919

Κύριε διευθυντά
Η επιστολή («Καθημερινή», 16-2-2019) του κ. Βασιλείου Τάκη για τις συχνά άστοχες «εκδημοτικεύσεις» καθιερωμένων φράσεων της γλώσσας μας, με χαρακτηριστικά τα παραδείγματα των τίτλων «υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ» («υπουργός στον πρωθυπουργό») και «δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω» («δικηγόρος στον Αρειο Πάγο»), μου δίνει την ευκαιρία να προσθέσω μερικές σκέψεις για τη δοτική πτώση, η οποία υπεισέρχεται σε αμφότερους τους παραπάνω τίτλους.

Γενικά, η δοτική πτώση έχει ιδιαίτερη λειτουργικότητα, αξία και χρησιμότητα στην καθημερινή σύγχρονη γλώσσα, μιας και αφενός αυτή υπεισέρχεται σε πολύ μεγάλο αριθμό στερεότυπων λόγιων φράσεων, αφετέρου διότι οι μορφωμένοι τη χρησιμοποιούν ενίοτε για διαφόρους λόγους: τυπικό/επίσημο, πομπώδες ή ειρωνικό ύφος, π.χ. «εν πλήρει συγχύσει ο κυρίαρχος λαός», «θα βρίσκονται εσαεί εν ψεύδει, εν αδίκω ή εν αγνοία». 

Πολλοί υποστηρίζουν (και οι καθηγητές στα σχολεία δυστυχώς επιβάλλουν) την αποφυγή/αντικατάσταση της δοτικής μέσω της «εκδημοτίκευσης». Αυτό βλάπτει σοβαρά τη λειτουργικότητα και καταστρέφει τον πλούτο της γλώσσας μας.  Από την άλλη, πιστεύω ότι είναι λανθασμένη/ανεπαρκής και η προσέγγιση ότι «στην ομιλούμενη, κοινή νέα ελληνική γλώσσα έμειναν από την καθαρεύουσα μόνο ορισμένες παγιωμένες εκφράσεις όπως π.χ. εν τω μεταξύ, εν πάση περιπτώσει, δούναι και λαβείν» και ότι «μόνο σε αυτές εμφανίζονται (χωρίς να το συνειδητοποιεί συχνά ο μη μορφωμένος ομιλητής) η προ πολλού χαμένη δοτική και το προ πολλού χαμένο απαρέμφατο» (τα οποία) «εμφανίζονται ως “απολιθώματα” και όχι ως ζωντανές γλωσσικές λειτουργίες» (Α.-Φ. Χρηστίδης, «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας», Ινστιτούτο Νεολληνικών Σπουδών, 2005 / ΔΟΛ 2013, σελ. 203). Δυστυχώς, οι σύγχρονοι μορφωμένοι νέοι ομιλητές δεν συνειδητοποιούν συχνά τη λειτουργία αυτών και αμέτρητων άλλων «παγιωμένων» εκφράσεων», οι οποίες (πρέπει να επιδιώκουμε να) λειτουργούν όχι ως «απολιθώματα» αλλά ως «ζωντανές γλωσσικές λειτουργίες».

Κατά τη γνώμη μου, μόνο η συστηματική διδασκαλία των τριών αρχαίων κλίσεων σε επίπεδο διδασκαλίας της γραμματικής της αρχαίας ελληνικής γλώσσας μπορεί να βοηθήσει σε αυτό. Γενικότερα, η διδασκαλία της αρχαίας γλώσσας θα πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα και υπευθυνότητα και με ενδεδειγμένη διδακτική μεθοδολογία. Οπωσδήποτε συνεχής πρέπει να είναι η σύνδεση της νέας με την αρχαία γλώσσα σε όλα τα επίπεδα: λεξιλογικό/ετυμολογικό/σύνθεσης λέξεων, μορφολογικό, συντακτικό. Σημειώνεται ότι η καλή γνώση της αρχαίας γλώσσας και η διδακτική χρησιμότητα της αμφίδρομης σύγκρισης/αντιπαραβολής (της «αμφίδρομης πορείας») αρχαίας και νέας γλώσσας υποστηρίχθηκε από τον Αδαμάντιο Κοραή (βλ. Γ. Μπαμπινιώτη, Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, ΔΟΛ, 2015, σελ. 180-181).

Τελειώνοντας, θα τονίσω τον πλούτο της χρήσης της δοτικής πτώσης στα εκκλησιαστικά κείμενα και στην υμνολογία: «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως, δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία», «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος», «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια» κ.λπ. Και ας μην ξεχνάμε ότι η ελληνιστική κοινή των Ευαγγελίων υπήρξε η βάση της νεοελληνικής/δημοτικής γλώσσας.

Γεωργιος Τσαπαρλης, Ομ. καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων