ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οι Αιθίοπες έφεραν τη ζείδωρη βροχή

Οι Αιθίοπες έφεραν τη ζείδωρη βροχή

Κύριε διευθυντά
Με αφορμή το πρόσφατο αφιέρωμα της «Κ» (5-6 Ιανουαρίου 2019) στην ελληνική κοινότητα της Αιθιοπίας και στη διαχρονική γέφυρα φιλίας των δύο λαών, ο συνειρμός μάς οδήγησε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός («Ολυμπιείον»). Γιατί; Πολύ απλά, διότι σε εκείνο το σημείο συναθροίζονταν οι Αιθίοπες των οθωμανοκρατούμενων Αθηνών, για να εκπληρώσουν τα λατρευτικά  τους καθήκοντα.

Υπενθυμίζεται ότι στο Κλεινόν Αστυ επί τουρκοκρατίας κατοικούσαν διάφορες εθνότητες – κοινωνικές ομάδες (Ελληνες, Τούρκοι, Αθίγγανοι κ.τ.λ.) μεταξύ των οποίων και οι Αιθίοπες, που συνήθως ήταν υπηρέτες των «ντόπιων» αγάδων. Δυστυχώς, ο εκάστοτε «εφέντης» αντιμετώπιζε με απάνθρωπη σκληρότητα τους Αφρικανούς σκλάβους, ενώ υπήρχε αλληλεγγύη προς τους συνυπόδουλους Ρωμιούς, καθότι «οι Αιθίοπες ηγάπων τους Χριστιανούς συμπάσχοντες μετ’ αυτών εν τη κοινή δουλεία, επίσης και οι Ελληνες όσον ηδύναντο τους επροστάτευον…».

Η εν λόγω αφρικανική κοινότητα κατοικούσε στους βραχώδεις βόρειους πρόποδες της Ακροπόλεως, στα σημερινά Αναφιώτικα. «Εκεί είχον συνοικισθή, […] κρύπτοντες την αθλιότητα αυτών εις καλύβας, εις ερείπια» και «εν ταις οπαίς της γης». Μολαταύτα, φαίνεται ότι η μιζέρια και η μεμψιμοιρία ήταν έννοιες άγνωστες στους Αιθίοπες, αφού «μεθ’ όλην την κακοτυχίαν συνήθως, εγέλων ευκόλως, σχεδόν διαρκώς, και εχόρευον οσάκις προσεκαλούντο προς τούτο, άνευ ενστάσεως ή ενδοιασμού τινός…» («Ιστορία των Αθηναίων», Δ. Καμπούρογλου, 1889).

Ανατέμνοντας την ανθρωπογεωγραφία της Παλιάς Αθήνας, στεκόμαστε σε μια ομαδική προσευχή των Αιθιόπων, που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Αναλυτικότερα, εκείνον τον καιρό η πόλη της θεάς Αθηνάς είχε χτυπηθεί από δεινή ανομβρία… «εδεήθησαν οι Τούρκοι εις τον Μωάμεθ, αλλά δεν έβρεξεν, οι Χριστιανοί εις τον Προφήτην Ηλίαν, δεν έβρεξεν επίσης». Ετσι, η «σκυτάλη» των δεήσεων πέρασε στους Αιθίοπες, οι οποίοι… «είχον συγκεντρωθή όλοι συν γυναιξί και τέκνοις, εις το Ολυμπιείον. Προηγήθη άκρα σιωπή, γονυκλισία και σκύψιμον της κεφαλής επάνω εις το χώμα. Μετ’ ολίγον οι μύες του προσώπου αρχίζουν να κινούνται πρώτοι. Και έξαφνα ακούεται ένας γενικός και φοβερός αλαλαγμός […]. Ο γενικός αλαλαγμός επανελήφθη τρεις φοράς. Μετά τον πρώτον ξεμύτισαν από τον Υμηττόν κάτι συννεφάκια. Μετά τον δεύτερον ο ουρανός των Αθηνών συννέφιασεν ολόκληρος και διαρκούντος του τρίτου αλαλαγμού» ξέσπασε έντονη βροχή, λυτρώνοντας την Αττική γη («Αι Παλαιαί Αθήναι», Δ. Καμπούρογλου, 1922).

Τέλος, αναφέρεται ότι η θερινή διαβίωση των νοσταλγούντων Αφροαθηναίων ελάμβανε χώρα παρά θίν’ αλός, σε περιοχή που αντιστοιχεί στις σημερινές Τζιτζιφιές: «Εκεί εξαπλούμενοι επί της φλεγούσης ψάμμου της παραλίας συνεκέντρουν τας αμυδράς, αλλά γλυκυτάτας αναμνήσεις της πατρίδος των». Αυτή η τελευταία αναφορά μας παραπέμπει στο παλαιοδιαθηκικό: «Εις τας όχθας των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν δούλοι και εξόριστοι και εκλαύσαμεν ενθυμούμενοι την Ιερουσαλήμ» (Ψαλμός 136).

Βέβαια, στην Ελλάδα της κρίσης και της έντονης εξαγωγής «πνευματικού κεφαλαίου», ίσως μας είναι πιο οικείος ο πικρός συνειρμός, μέσα από τους στίχους  που διασώζει η λαϊκή Μούσα…

«Την ξενιτιά, τη γυμνωσιά, την πίκρα, την αγάπη.

Τα τέσσερα τα ζύγισαν· βαρύτερα είν’ τα ξένα».

Ιωαννης Μιχαηλ Μιχαλακοπουλος, Κυψέλη