ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Mα, ντελίβερι στο κοιμητήριο;

grammata-anagnwstwn--5

Κύριε διευθυντά
Εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα δεν σταμάτησε να χτυπάει το τηλέφωνο του νέου σύγχρονου καφενείου – ψητοπωλείου στο μικρό (κομβικό) ορεινό χωριό της Κάτω Γορτυνίας. Η υπηρεσία διανομής προϊόντων (delivery) ήταν κάτι το πρωτόγνωρο («καινοτομία») για τα δεδομένα της περιοχής και οι κάτοικοι την είχαν αγκαλιάσει από τις πρώτες κιόλας μέρες.

Ομως, μία από τις τελευταίες παραγγελίες δυσκόλεψε τον νεοπροσληφθέντα διανομέα Τάκη, που ήταν πολύ πρόσφατα φερμένος από κοντινή κωμόπολη, ως ερωτικός μετανάστης: «10 καλαμάκια κοτόπουλο και πέντε μπίρες στον Αγιο Ταξιάρχη».

Είναι γεγονός ότι το συγκεκριμένο χωριουδάκι είχε πολλούς ναΐσκους, ξωκκλήσια και τοπωνύμια βγαλμένα από τη λατρευτική ζωή και παράδοση του τόπου. Τον Ταξιάρχη Μιχαήλ όμως δεν τον είχε ξανακούσει ο Τάκης. Ως εμπειρότερος, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος έδωσε (μειδιώντας με σημασία) οδηγίες εντοπισμού («αζιμούθιο»).

Το εκκλησάκι του Αρχαγγέλου ήταν στο τέρμα του δρόμου, πίσω από το λόφο με τα σκληρά κυπαρισσόμηλα…

Ποδηλατώντας, ο ντελιβεράς εντυπωσιάστηκε από το φυσικό κάλλος του –ελαφρώς μυστηριακού– τοπίου. Πυκνή βλάστηση, ψηλά δέντρα που έκρυβαν τον ουρανό, ποικιλία χρωμάτων. Μια ησυχία την οποία «τάραζε» μόνο το νοσταλγικό κελάρυσμα από την πηγή της Παλιόβρυσης που πότιζε τη γη και «ξεδιψούσε» τις (μεταφυσικές ενίοτε) αναζητήσεις, προσδοκίες και ελπίδες των ντόπιων τα τελευταία πάρα πολλά χρόνια.

Φθάνοντας, οι απορίες του Τάκη λύθηκαν. Μόλις είχε εισέλθει στο κοιμητήριο! Τι κακόγουστη φάρσα ήταν αυτή; Ακούς εκεί! Σουβλάκια και μπίρες στη μαρμαροσκεπή γειτονιά της σιωπής!; Πλην όμως, πίσω από τη μεγάλη λευκή πικροδάφνη ακούγονταν ομιλίες και ο γνώριμος επίπονος ήχος από σφυρί και καλέμι. Ο Γιώργος, ο πλέον δημοφιλής άνθρωπος του χωριού, ένας κοσμαγάπητος 70χρονος συνταξιούχος τελείωνε –πάντοτε σύμφωνα με τα τοπικά ήθη– τις χωματουργικές και δομικές μικροεργασίες για την κατασκευή του τάφου του! Τόσο απλά! Οι δύο σκαπανείς που είχαν αναλάβει το project –πέραν της συμφωνημένης αμοιβής– έπρεπε να φάνε και να πιουν επί τόπου, τώρα που το μακάβριο (;) «παραδοτέο» στο κενό μνήμα («κιβούρι») ολοκληρωνόταν. Με χαμόγελα και όμορφη διάθεση ο Γιώργος, οι δύο χειρώνακτες και η συμπαθής φιγούρα του διανομέα Τάκη μοιράστηκαν φαγητό, ποτό και πήραν όλοι μαζί τον δρόμο της επιστροφής. Το νέο καφενείο (αν και «μοντέρνο») έκλεινε σιγά σιγά για βράδυ. Ολο το χωριό θα πήγαινε νωρίς για ύπνο καθότι ξημέρωνε η 6η Σεπτεμβρίου και η Εκκλησία τιμά την Ανάμνηση του «εν Χώναις θαύματος» του Αρχαγγέλου Μιχαήλ… Το μικρό εκκλησιδάκι του Ταξιάρχη θα λειτουργιόταν, θα γιόρταζε! Εκεί, πίσω από το λόφο με τα σκληρά κυπαρισσόμηλα, υπό τις «υπερκόσμιες μελωδίες» του νερού της Παλιόβρυσης…

Ιωαννης Μιχαηλ Μιχαλακοπουλος, Γορτυνία