ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ψηφίδες-κηλίδες της σημερινής Ελλάδας και οι δικές μας ευθύνες για το αύριο

Κύριε διευθυντά
Η Ελλάδα είναι η χώρα μου. Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, εδώ θέλω να ζήσω. Οι γονείς μου είναι Ελληνες, όχι ότι αυτό έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Οι παππούδες μου πολέμησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι προπάπποι μου υπήρξαν θύματα του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε τη γερμανική κατοχή. Ποιος ξέρει πόσοι άλλοι μη καταγεγραμμένοι πρόγονοί μου (όπως και πολλών άλλων βεβαίως) προσέφεραν με αυτοθυσία σ’ αυτήν τη χώρα σε βάθος χρόνου. Είναι σωστό λοιπόν εγώ να βρίσκω την παραίτηση τόσο ελκυστική;

Νομίζω ότι πολλοί νέοι Ελληνες μοιράζονται αυτήν την τάση για παραίτηση, για εγκατάλειψη του παλιού και χαλασμένου και για δημιουργία σ’ ένα πιο πρόσφορο περιβάλλον, έστω και στοιχειωδώς αξιοκρατικό, όπου υπάρχει κάποια βάσιμη πιθανότητα ο σχεδιασμός της ζωής τους να αποδειχθεί αξιόπιστος. Η σημερινή Ελλάδα δεν είναι αυτός ο τόπος. Εδώ ο καλός και τίμιος υποβαθμίζεται για να επιβραβευθεί ο πονηρός, ο ψεύτης, ο κλέφτης, ο ατομιστής και ο καπάτσος. Τελευταία ολοένα περισσότερο και ο τεμπέλης, που ανθίζει στις πλάτες των ικανών και εργατικών, ιδιοποιείται τα έργα τους και καρπώνεται τις ωφέλειες που με κόπους και καταφρονώντας μύρια προσκόμματα παρήγαγαν, στο όνομα μιας κακώς ερμηνευθείσας κοινωνικής αλληλεγγύης – έως πότε θα συνεχίσουν να δουλεύουν τα τίμια κορόιδα, που τιμωρούνται μάλιστα διπλά και τρίδιπλα γι’ αυτήν τους την τιμιότητα; Και πόσο ακόμη θα καταγκρεμιστεί το επίπεδο της ζωής μας όταν αυτοί οι λίγοι φωτεινοί και παραγωγικοί παραδώσουν τελικά τα όπλα;

Η συντριπτική πλειονότητα των προσώπων που λαμβάνουν τις αποφάσεις και ρυθμίζουν τις ζωές μας σήμερα δυστυχώς ανήκουν και πρωτοστατούν κατά τη γενική πεποίθηση στη χειρότερη εκ των δύο κατηγοριών. Η μάστιγα της διαπλοκής φέρνει στο προσκήνιο άτομα είτε ανήθικα είτε ανίκανα (είτε και τα δύο) και αποκλείει όσους πραγματικά έχουν καλές προθέσεις και προσόντα, ενώ η επικράτηση των διαπλεκομένων και των ανικάνων δημιουργεί παράλληλα και τις κατάλληλες συνθήκες για τη συντήρηση αυτού του status quo της απελπισίας. Οι μοναδικές νέες φωνές που καταφέρνουν (και αφήνονται) να ξεχωρίσουν είναι αυτές που τις σπρώχνουν η οργή, η αγανάκτηση και η ελλιπής παιδεία, και αυτές φωνάζουν συνθήματα ακραία, που καμιά θέση δεν έχουν στην κοινωνία μας αν αυτή θέλει να ονομάζεται δημοκρατική και πολιτισμένη. Η βία, η επιθετικότητα, η κινδυνολογία και ο λαϊκισμός επικρατούν έναντι του ορθολογισμού και του μέτρου, γιατί καταναλώνονται με μεγαλύτερη ευκολία και ταχύτητα και είναι πιο πιασάρικα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραίτηση ως λύση οδηγεί σε αδιέξοδο και η αποχή από την ψήφο αλλά και από τον δημόσιο διάλογο αφήνει το πεδίο ελεύθερο για την καταδυνάστευση της μετριοπαθούς και αμέτοχης ροζ πλειοψηφίας από ομάδες που δεν την αντιπροσωπεύουν. Ομως η αλλαγή δεν θα έρθει ως μάννα εξ ουρανού. Η επιθυμία πολλών, που την ακούω να εκφράζεται συχνά γύρω μου, για έναν ουρανοκατέβατο ηγέτη, ο οποίος θα εμφανιστεί από το πουθενά και θα λύσει όλα μας τα προβλήματα, παραμένει απλώς επιθυμία, γιατί οι πολιτικές προσωπικότητες που παρουσιάζονται από τα καθιερωμένα ΜΜΕ κάθε άλλο παρά χαρισματικοί ηγέτες είναι. Εξάλλου, ο μεσσιανισμός δεν φαίνεται ως πειστική λύση για την αναδιάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Ούτε βέβαια θα προκληθεί κάποια αλλαγή στην τωρινή κατάσταση αν στον χώρο της πολιτικής εξακολουθούν να πρωτοστατούν οι ίδιοι που προκάλεσαν την κρίση και αυτοί που φάνηκαν πολλές φορές έως τώρα ανίκανοι να τη διαχειριστούν. Και εδώ παρουσιάζεται το οξύμωρο: ακούμε συνεχώς συμπολίτες μας να παραπονιούνται και να αγανακτούν για την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης, αξιοκρατίας, διαφάνειας και αξιοπρεπών κοινωνικών παροχών, τους ίδιους πολίτες που εμφανίζονται ως οι μεγάλοι αδικημένοι της ελληνικής πραγματικότητας, ως επικριτές και ηθικολόγοι, ωστόσο οι ίδιοι δεν διστάζουν να φοροδιαφύγουν, να βάλουν μέσο, να χρηματίσουν ή να χρηματιστούν, και κυρίως να ψηφίσουν με πελατειακά κριτήρια θεωρώντας ότι, επειδή οι πελατειακές σχέσεις είναι διαδεδομένη πρακτική στη χώρα μας, (ότι) δικαιολογούνται και δικαιούνται και αυτοί το μικρό μερίδιό τους στη γενικευμένη παρανομία.

Αν κάποιος θέλει πραγματικά να βελτιωθεί η κατάσταση, δεν χρειάζονται μεγάλες κινήσεις και μεγάλα λόγια – ας ξεκινήσει πρώτα από τη δική του συμπεριφορά ως πολίτης και ως μέλος της ελληνικής κοινωνίας.

Αν θέλουμε να αλλάξει η χώρα μας, θα πρέπει να αλλάξουμε και εμείς στάση. Αλλιώς δεν έχουμε δικαίωμα να παραπονιόμαστε, γιατί τα προβλήματά μας τα δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι.

Μαρινα Αριανιτου