ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Κύριε διευθυντά
Στο φύλλο σας της 11ης Οκτωβρίου 2014, σελ. 7 του παραρτήματος «Ζωή, Πολιτισμός, Αθλητισμός», αναγράφεται: «Επίσης δεν έχει μεγάλο νόημα να αρχίσετε να ψάχνετε για ψηφίδες, σπαράγματα ή μεγαλύτερα ίχνη της πόλης που ύπηρξε πριν από το 1922 και κυρίως της “ελληνικής” Σμύρνης. Μεγάλο κομμάτι της ελληνικής συνοικίας εξαφανίστηκε από τη φωτιά».

Ως Σμυρναίος λοιπόν, ενοχλούμαι από την έκφραση «της ελληνικής συνοικίας».

Η Σμύρνη πριν από το 1922 δεν είχε μία μόνο ελληνική συνοικία, είχε πολλές συνοικίες με πληθυσμό καθαρά ελληνικό, ονομαζόμενες μάλιστα «ενορίες», καθώς «αρχαιόθεν» ήταν «πόλις ελληνίς» (όχι κοσμοπολιτική, όπως σφαλερά κάποτε χαρακτηρίζεται). Ο ενικός «συνοικία» ισχύει για την αρμενική, την τουρκική, την εβραϊκή συνοικία, όπου κατοικούσαν οι μη Ελληνες κάτοικοι της Σμύρνης, ολίγοι συγκριτικά προς το πλήθος των Ελλήνων κατοίκων της, που κυριαρχούσαν κοινωνικά, ώστε και η επικρατούσα γλώσσα να είναι η ελληνική, αλλά και τα επικρατούντα ήθη και έθιμα να είναι ελληνικά.

Την ελληνικότητα εξάλλου της Σμύρνης ομολογούσαν και οι Τούρκοι με την υβριστική γι’ αυτήν έκφραση «Γκιαούρ Ιζμίρ».

Και ίσως ακόμη αξίζει να υπενθυμίσω ότι πρωταγωνίσθησε η Σμύρνη στον Πανελλήνιο Ερανο για την ίδρυση του Αμαλίτιου Ορφανοτροφείου Αθηνών, το 1854, εισφέροντας δραχμές διακόσιες πενήντα χιλιάδες, ενώ η αντίστοιχη εισφορά των Αθηνών ήταν έξι χιλιάδες εξακόσιες δραχμές· ένδειξη της οικονομικής ρώμης των τότε ήδη Ελλήνων της Σμύρνης, αλλά και της προθυμίας των να εισφέρουν για κοινωφελείς σκοπούς.

Κ. Ι. Δεσποτοπουλος – Ακαδημαϊκός