ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Πτωχεύσεις επιχειρήσεων

Κύριε διευθυντά
Οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις πτωχεύσεις των επιχειρήσεων είναι ελλιπείς και αυτές που υπάρχουν, κατά την εφαρμογήν των, δεν αποδίδουν δικαιοσύνη.

Η έξωση μιας επιχείρησης από το μισθωμένο ακίνητο λόγω μη πληρωμής των ενοικίων καθιστά υπέγγυο φύλακα των εισκομισθέντων  τον ιδιοκτήτην του ακινήτου. Ακολουθεί η κήρυξη της επιχείρησης σε πτώχευση με τον διορισμό ενός σύνδικου για την εκποίηση της πτωχευτικής περιουσίας. Ο σύνδικος παραιτείται, προφανώς για λόγους αδυναμίας ικανοποίησης  της αμοιβής του, και ακολουθεί ο δεύτερος ο οποίος και αυτός παραιτείται μάλλον για τους ίδιους λόγους και ακολουθεί η τρίτη σύνδικος, η οποία έχει περάσει ένας χρόνος από τον διορισμό της και δεν έχει πραγματοποιήσει την εκποίηση. Ηδη έχουν περάσει πέντε χρόνια από την πτώχευση. Ολα τα ανωτέρω αποτελούν την προσωπική μου εμπειρία.

Η πτωχευτική περιουσία, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, παραμένει στον ιδιόκτητο χώρο του εργοστασίου μου δίχως να υποχρεούνται οι πιστωτές οι προκαλέσαντες την πτώχευση να μεταφέρουν αυτήν εις δικούς τους χώρους, αλλά ούτε υποχρεούνται εις αποζημίωση για τη ζημιά που υφίσταμαι. Ο ενδεχόμενος ισχυρισμός ότι εκ της εκποιήσεως αυτής θα αποζημιωθώ είναι μύθος, όταν επί 5 χρόνια δεν έχει πραγματοποιηθεί και βέβαια, απορίας άξιον είναι ότι δεν υπάρχει παραγραφή των δικαιωμάτων των πιστωτών επί της πτωχευτικής περιουσίας.

Το  jus retentionis που απολάμβαναν οι Ρωμαίοι πολίτες (δεν σου δίνω εάν δεν μου δώσεις αυτά που μου οφείλεις) ούτε και αυτό μπορώ να προτείνω λόγω έλλειψης νομοθετικής ρύθμισης.

Φρονώ ότι υπάρχει μια εκκωφαντική κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 25 παρ. 3 συντ. νόμου και 281 αστικού κώδικος) την οποία η δικαστική αρχή ανέχεται λόγω ανυπαρξίας νομοθετικής ρύθμισης. Και εδώ τίθεται το ερώτημα: πρέπει η δικαστική αρχή να έχει πρωτοβουλία απονομής δικαιοσύνης και να μη δεσμεύεται από κενά νομοθεσίας ή κακούς νόμους; ΝΑΙ προφανώς, διότι το δίκαιο εκτός από κοινωνικές ρυθμίσεις, ενσωματώνει και ηθική και συναίσθημα και επιδιώκει με την εφαρμογή αυτού να απονείμει δικαιοσύνη. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει η δικαστική αρχή να δικαιούται και να υποχρεούται να αρνείται την εφαρμογή κακών νόμων (που δεν ικανοποιούν το δίκαιο αίσθημα) και παράλληλα να υποχρεούται αμέσως (άνευ υπαιτίου βραδύτητος) να εισηγείται τη Νομοθετική Ρύθμιση αυτών των συγκεκριμένων περιπτώσεων στη Νομοθετική Εξουσία.

Η άποψη του Ακαδημαϊκού Μιχ. Σταθόπουλου ότι σε ένα κράτος δικαίου είμαστε υποχρεωμένοι να εφαρμόζουμε το Σύνταγμα και τους νόμους, αντιστρατεύεται στην εθιμική επικράτηση της σύγχρονης κοινωνίας ότι το δίκαιον δεν πρέπει να προκαλεί το δίκαιον αίσθημα. Η αντίθετη άποψη επιβάλλεται σε στρατιωτικά καθεστώτα. Το δίκαιον πρέπει να είναι δίκαιο και ουχί άδικο όπως μας έλεγε ο μακαρίτης καθηγητής Κωνσταντίνος Φουρκιώτης, και τότε μόνο εφαρμόζουμε αυτό.

Στεφανος Καμπουροπουλος

Η χειρότερη διαπραγμάτευση

Κύριε διευθυντά
Επιτρέψτε μου να προσθέσω μερικές παρατηρήσεις στο κατά τα άλλα εξαιρετικό άρθρο της κ. Βαρβιτσιώτη («Γιατί κρίναμε τη διαπραγμάτευση Τσίπρα τραγική», 17/1/2016). Με όλο τον σεβασμό στον κ. Ρόμπερτ Μονούκιν του Χάρβαρντ, ο οποίος αποδίδει την ελληνική αποτυχία στο προσωπικό στυλ του κ. Βαρουφάκη, κατά τον γράφοντα τα αίτια ήσαν πολύ βαθύτερα και απηχούν βασικά λάθη στην οικονομική σκέψη της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας. Είμαι δε σε θέση να διαβεβαιώσω τους αναγνώστες της «Καθημερινής» ότι οι απόψεις που εκφράζει αυτή η επιστολή απηχούν εν πολλοίς και τις γνώμες επιφανών εκπροσώπων της ελληνικής πανεπιστημιακής διασποράς, με τους οποίους υπήρξαν συνεχείς ανταλλαγές απόψεων στη διάρκεια της κρίσης.

Για τα λάθη αυτά υπεύθυνος τελικά είναι ο ίδιος ο κ. Βαρουφάκης, ο οποίος δεν έφερε και τόσο καλή φήμη στους κύκλους των Ελλήνων οικονομολόγων, κυρίως για τα αστήρικτα αποφθέγματά του, που του είχαν δώσει την προσωνυμία «Ο μάντης» (The Oracle), πολύ πριν γίνει υπουργός. Η θεωρία των παιγνίων, στην οποία υποτίθεται ότι ήταν αυθεντία, αριθμεί πάνω από 70 χρόνια ζωής και όλοι οι οικονομολόγοι που αξίζουν το όνομα κατέχουν τις βασικές της αρχές. Δύο-τρεις απ’ αυτές, που οφείλονται στον (μακαρίτη πια) John Nash, τις παραβίασε σαφέστατα ο κ. Βαρουφάκης. Αυτό έγινε γρήγορα κατανοητό απ’ τους οικονομολόγους της διασποράς, οι οποίοι όμως δεν επενέβησαν, αν και υπήρχαν τέτοιες σκέψεις, για να μη δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο μιαν ήδη δύσκολη κατάσταση.

Η πρώτη αρχή είναι ότι ένας διαπραγματευτής πρέπει απαραίτητα να ξέρει τις «κόκκινες» γραμμές του αντιπάλου. Στην περίπτωση των δανειστών αυτές ήσαν ευδιάκριτες: η Ελλάδα έπρεπε (και πρέπει) να μηδενίσει τα πρωτογενή της ελλείμματα, κάτι που προϋπέθετε σαφείς χρηματοοικονομικούς σχεδιασμούς. Αντί γι’ αυτούς ο κ. Βαρουφάκης χρησιμοποίησε τη «δημιουργική ασάφεια» και τις γενικολογίες, με αποτέλεσμα να χάσει και τη λίγη αξιοπιστία που διέθετε.

Η δεύτερη αρχή είναι ότι η τελική έκβαση της διαπραγμάτευσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις συνέπειες μιας τυχόν αποτυχίας στους δύο αντιπάλους. Στην περίπτωση της Ελλάδας και των δανειστών της, οι επιπτώσεις ήσαν ασύμμετρες σε τέτοιο βαθμό που κάποιος απ’ τους συναδέλφους, που σε αντίθεση με τον κ. Βαρουφάκη έχει πραγματική γνώση της θεωρίας των παιγνίων, τις χαρακτήρισε σαν τη σύγκρουση του αυγού με το βότσαλο. Ευτυχώς ο κ. Τσίπρας το κατάλαβε, έστω και την τελευταία στιγμή.

Τέλος, η θεωρία των παιγνίων σού λέει ότι η τελική έκβαση εξαρτάται και από τα σημεία εκκίνησης των δύο αντιπάλων. Αυτό σήμαινε ότι η Ελλάδα, σε αντίθεση με τους αντιπάλους, είχε συμφέρον να επιταχυνθεί η επίτευξη συμφωνίας γιατί η θέση της χειροτέρευε όσο περνούσε ο χρόνος. Αντί γι’ αυτό ο κ. Βαρουφάκης έπαιζε καθυστέρηση για 5 μήνες, που κράτησε η δήθεν διαπραγμάτευση. Ο κ. Τσίπρας καλά θα κάνει να το θυμάται και αυτός όταν καθυστερεί τη λήψη αποφάσεων για να μη δυσαρεστήσει την κομματική του βάση.

Συμπέρασμα: η διαπραγμάτευση Τσίπρα-Βαρουφάκη σωστά χαρακτηρίστηκε η χειρότερη του 2015, αλλά η αμετροέπεια του κ. Βαρουφάκη έπαιξε μάλλον δευτερεύοντα ρόλο και απλώς χειροτέρεψε την κατάσταση. Η βασική αιτία ήταν (και δυστυχώς παραμένει σε μεγάλο βαθμό) η επιστημονική ανεπάρκεια του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που με ελάχιστες εξαιρέσεις ζούσε και ζει ακόμη σε έναν κόσμο που δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Στελιος Περρακης – Καθηγητής Χρηματοοικονομικών Πανεπιστήμιο Concordia Montreal

Κεντροαριστερά

Κύριε διευθυντά
Τον τελευταίο καιρό, αναλύοντας τα μηνύματα που έρχονται από τους θεσμούς για το ασφαλιστικό, συμπεραίνω ότι οι θεσμοί δεν θα αποδεχτούν την πρόταση της ελληνικής πλευράς και πιέζουν για άμεση μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, όπως άλλωστε έχει υπογράψει η ελληνική κυβέρνηση στις 14-08-2015. Αυτό θα έχει συνέπεια η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση και θα απαιτηθεί να περάσει τις «κόκκινες» γραμμές που έχει θέσει η ίδια, δηλαδή όχι σε μείωση κύριων και επικουρικών συντάξεων. Η κυβέρνηση θα επιδιώξει να χάσει τη δεδηλωμένη και να προσφύγει σε εκλογές. Αυτό είναι κάτι που επιθυμεί διακαώς ο κ. Τσίπρας. Να απεμπλακεί από την εξουσία και τις ευθύνες. Το προσπάθησε και με το δημοψήφισμα και με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Ο κ. Τσίπρας διαπιστώνει ότι η πολιτική φθορά του είναι μεγάλη και γρήγορη. Τις εκλογές θα τις επιδιώξει (για να τις χάσει) και να φορτώσει τα λάθη του στους επομένους. Θα επικαλεστεί τους κακούς ξένους, που θέλουν να κόψουν τις συντάξεις.

Η Νέα Δημοκρατία έχει πλέον νέο αρχηγό με βασική ιδέα, μικρότερο και αποτελεσματικότερο κράτος από τη μία πλευρά και μεγαλύτερο και αποδοτικότερο ιδιωτικό τομέα από την άλλη. Αυτό προσελκύει όλο και περισσότερους ψηφοφόρους, διότι αντιλαμβάνονται ότι μέσω του ιδιωτικού τομέα παράγεται πλούτος για την ελληνική οικονομία. Επενδύσεις προσελκύονται όταν το φορολογικό και εργασιακό κόστος είναι σε επίπεδα ανταγωνιστικά και η σταθερότητα πρεσβεύει στη χώρα. Αυτή η πολιτική έχει μεγάλη απήχηση σε ένα σημαντικό κομμάτι ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού. Κατά συνέπεια μπορεί στις επόμενες εκλογές (που δεν θα αργήσουν να γίνουν) τα δύο αυτά κόμματα να βρεθούν κάτω από το όριο του 3% και να μην αντιπροσωπευθούν στο Κοινοβούλιο. Αυτό θα είναι ένα τρομερό πλήγμα για τη σταθερότητα και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Στην κ. Γεννηματά και στον κ. Θεοδωράκη θα πρέπει να τους γίνει μάθημα το πάθημα των Δημοκρατικής Συμμαχίας (Ν. Μπακογιάννη) και Δράσης (Σ. Μάνος) στις εκλογές του Μαΐου το 2012. Κόμματα με τα ίδια πιστεύω είχαν αθροιστικό ποσοστό άνω του 5% κι έμειναν εκτός Κοινοβουλίου με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε δεύτερες εκλογές με το ένα πόδι εκτός ευρώ.

Τόσο το πολιτικό όσο και το εθνικό τους συμφέρον είναι αυτά τα δύο κόμματα (ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) στις ερχόμενες εκλογές να κατεβούν με κοινό ψηφοδέλτιο. Στα χρόνια της κρίσης, ο ρόλος των μικρών κομμάτων έχει προβεί καθοριστικός για τις εξελίξεις στη χώρα.

Σπυρος Τομαρας