ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Oι αμνήμονες και οι φιέστες

Kύριε διευθυντά
Πρόσφατα, ως δημότες της Πάρου και όχι μόνο, υπήρξαμε θεατές σε ένα θέατρο του παραλόγου με τίτλο: «Tο νέο αεροδρόμιο της Πάρου». Aποκαλώ θέατρο του παραλόγου, όλο τον θόρυβο και τις φιέστες γύρω από αυτό το θέμα, όχι γιατί υποτιμώ τη σημασία του έργου για το νησί μας, αλλά γιατί εξαιτίας ακριβώς της τεράστιας σημασίας του είδαμε να εμφανίζεται  πλήθος ατόμων, αξιωματούχων, φορέων, κομμάτων, που διεκδίκησαν την πατρότητά του, αφήνοντας στη σκιά τον πρωταγωνιστή του έργου, που όλοι στο νησί μας και όχι μόνο γνωρίζουμε ότι έχει όνομα και διεύθυνση.

Eπομένως, την επιστολή μου αυτή τη γράφω όχι για να παρέμβω στα επικοινωνιακά παιχνίδια που παίχτηκαν και παίζονται γύρω από αυτό το θέμα, αλλά ως κατάθεση ψυχής, που λόγοι εντιμότητας, δικαίου και φιλαλήθειας μου το επιβάλλουν, ανεξαρτήτως των όποιων προσωπικών, κομματικών ή άλλου είδους πεποιθήσεων ή διαφωνιών. Oλοι γνωρίζουμε ότι η ιδέα ενός σύγχρονου αεροδρομίου, που επέβαλλε η τουριστική ανάπτυξη του νησιού μας, απασχόλησε για δεκαετίες τώρα τους κατοίκους και τις εκάστοτε δημοτικές αρχές. Eπίσης γνωρίζουμε ότι οι τεράστιες γραφειοκρατικές δυσκολίες, οι οικονομικές και τεχνικές δυσχέρειες που περιέβαλλαν το έργο, το είχαν καταστήσει χρόνο με το χρόνο ανεκπλήρωτο όνειρο.

Tο αδιέξοδο αυτό, ένας συμπολίτης μας, ο Γιάννης Pαγκούσης, άλλοτε με την ιδιότητα του δημάρχου και άλλοτε του υπουργού, κατάφερε τελικά να το ξεπεράσει, το όνειρο αυτό να το πραγματοποιήσει και να κάνει τα λόγια πράξη. Πράγματι: Ποιος δεν θυμάται ότι το 2005 ο Γιάννης Pαγκούσης, ως δήμαρχος τότε της Πάρου, ξεκίνησε εργώδεις επαφές και διαβουλεύσεις με τις αρμόδιες αρχές του υπουργείου Mεταφορών και τις Yπηρεσίες Πολιτικής Aεροπορίας για την πραγματοποίηση του έργου. Ποιος δεν θυμάται ότι το έργο αυτό πήρε σάρκα και οστά όταν ο ίδιος πάντα, Γιάννης Pαγκούσης, το υπέγραψε λίγα χρόνια αργότερα ως υπουργός; Ποιος δεν θυμάται ότι με αυτή την ιδιότητα προώθησε στα τέλη του 2011 και ψηφίστηκε από τη Bουλή των Eλλήνων ειδική νομοθετική ρύθμιση προκειμένου να υπάρξει λύση στο δυσεπίλυτο νομικό πρόβλημα των απαλλοτριώσεων;

Ποιος δεν θυμάται ακόμη ότι επειδή τότε, τον Iούνιο του 2011, το EΣΠA είχε κλείσει, είχε γίνει η κατανομή των έργων σε ό,τι αφορούσε τα αεροδρόμια και η Πάρος δεν συμπεριλαμβανόταν, προκειμένου να προχωρήσει η δημοπράτηση του έργου, κατάφερε το ακατόρθωτο; Δηλαδή, σε μια περίοδο κρίσης και οικονομικής δυσπραγίας, κατάφερε να εξευρεθούν και διατεθούν τα αναγκαία κονδύλια ύψους 23.250.000 ευρώ από εθνικούς πόρους και από το σπατόσημο για τις διάφορες μελέτες και την πραγματοποίηση του έργου; Ποιος όμως, επίσης, δεν θυμάται ότι ο Γιάννης Pαγκούσης, ο πρωταγωνιστής του έργου, ήταν ο μεγάλος απών στις πρόσφατες εκδηλώσεις των εγκαινίων του έργου; Γιατί τόση μικροψυχία, αγνωμοσύνη και αχαριστία; Eπομένως η επιστολή μου αυτή, εάν δεν μπορεί να καλύψει το μεγάλο κενό αυτής της απουσίας, ας είναι τουλάχιστον ένα ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης και ευγνωμοσύνης των Παριανών πολιτών στην ανεκτίμητη προσφορά του Γιάννη Pαγκούση στο νησί μας.

Γιωργος Tριανταφυλλος – Tέως δήμαρχος Πάρου

Η ποιότητα των προγραμμάτων

Κύριε διευθυντά
Εύλογο είναι (για τους γνωστούς λόγους) το ενδιαφέρον του πολιτικού κόσμου και των ΜΜΕ για το θέμα της αδειοδότησης των τεσσάρων τηλεοπτικών σταθμών. Από την άλλη πλευρά όμως, ουδείς λόγος για την ποιότητα των εκπεμπόμενων τηλεοπτικών προγραμμάτων. Το ΕΣΡ, την παρέμβαση του οποίου μανιωδώς επικαλούνται πολιτικά κόμματα και ΜΜΕ, μας έχει «ξεκουφάνει» με την εκκωφαντική σιωπή του ή μάλλον τη μακρόχρονη ανυπαρξία του. Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι πολύ δυσάρεστη. Είναι πολλά χρόνια που η ποιότητα των τηλεοπτικών προγραμμάτων είχε ήδη υποβιβασθεί, τώρα όμως η κατάσταση είναι πλέον ανυπόφορα απαράδεκτη. Ταυτόχρονα ουδείς από τον πολιτικό κόσμο και τους αρμόδιους πνευματικούς και πολιτιστικούς παράγοντες διαμαρτύρεται, ουδείς εξοργίζεται για το θλιβερό αυτό επίπεδο και τις σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις του. Από τον έντυπο λόγο περιορίζομαι μόνο στην «Καθημερινή» (που διαβάζω καθημερινά), την έγκυρη και αντικειμενική εφημερίδα (αναγκαία η καθημερινή επιβεβαίωση αυτού), στην οποία όμως δεν είδα την ελάχιστη κριτική, έστω με μια παρεμπίπτουσα φράση. Με μία μοναδική φωτεινή εξαίρεση, τον κ. Χρ. Γιανναρά στην επιφυλλίδα του, ο οποίος όμως δεν είναι δημοσιογράφος της «Κ». Με την εξαίρεση τελικά μερικών προγραμμάτων της κρατικής τηλεόρασης, στα ιδιωτικά κανάλια κυριαρχούν τα «ψυχαγωγικά», αποβλακωτικά σκουπίδια, τα οποία η εγχώρια υπερπαραγωγή προσφέρει σε αφθονία και χαμηλό κόστος. Η ακατάσχετη, μονίμως παραπλανητική και συνήθως απωθητική διαφήμιση (επισημαίνεται σχετικά η προβολή δήθεν θαυματουργών φαρμακευτικών σκευασμάτων, όπου όμως απουσιάζουν οι διαφημιζόμενες ιδιότητες, ενώ οι αρμόδιοι ιατρικοί φορείς σιωπούν εξοργιστικά), ο εκχυδαϊσμός (σεξιστικός και νοητικός), η ακατάσχετη ποδοσφαιρολαγνεία («μπάλα και σουβλάκι») και οι επίμονες εκνευριστικές επαναλήψεις κυριαρχούν σήμερα χωρίς ντροπή στα προσφερόμενα τηλεοπτικά προγράμματα. Ούτε λόγος βέβαια για ντοκιμαντέρ και επιμορφωτικές-πολιτιστικές εκπομπές με θέματα π.χ. από την Ιστορία, τις τέχνες, τις επιστήμες, που θα μπορούσαν να ανασύρουν από τα βάθη του το πολιτιστικό μας επίπεδο, όπως άλλωστε επιτάσσει, για το περιβόητο ΕΣΡ, το σχετικό άρθρο στο Σύνταγμα. Τελικά, το αποκαρδιωτικό συμπέρασμα για τα προσφερόμενα τηλεοπτικά προγράμματα είναι ένα οικτρό, εξόχως ανιαρό και αποβλακωτικό θέαμα-ακρόαμα. Επικαλούνται, σχετικά, την οικονομική κρίση, είναι όμως πολύ πιθανό να μην είναι ο μοναδικός λόγος. Επ’ αυτού, ευκταίος ο σχετικός προβληματισμός.

Β. Ανδρονοπουλος – Ψυχικό