ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Πότε θα τερματίσουμε στον μαραθώνιο;

Κύριε διευθυντά
«ΗΙστορία μάς διδάσκει ότι υπάρχουν έθνη που αυτοκτονούν. Αυτοκαταστρέφονται με πράξεις παράλογες και αλαζονικές, συλλογικής τρέλας – ή συλλογικής δειλίας. […] Επιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται: “Ετοιμάζουμε εμείς οι Βρετανοί μια παρόμοια τραγωδία για εμάς τους ίδιους;”. Ασφαλώς όλα τα στοιχεία μιας αυτοκαταστροφής υπάρχουν στην περίπτωσή μας. Τα χρησιμοποιούμε κατά του εαυτού μας ετούτην ακριβώς τη στιγμή με πολλούς διαφορετικούς τρόπους» (σελ. 89, Paul Johnson, «The Recovery of Freedom», 1980). Είναι πολύ δύσκολο να μην κάνεις παραλληλισμούς αυτές τις ημέρες της τρομακτικής κρίσεως.  Συλλογιέσαι: Οι συνθήκες υπό τις οποίες διαβιούν οι λαοί διαφέρουν· αυτονόητο. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που οι ομοιότητες καταπλήσσουν. Μπορεί να βγει κάποιο μάθημα; Θα παραθέσω στη συνέχεια μια επιλογή διαπιστώσεων για τη Βρετανία μιας περασμένης εποχής.

«Σχεδόν τα πάντα στη Βρετανία της δεκαετίας του 1970 έμοιαζαν να αποτυγχάνουν. Η βιομηχανική οικονομία βρισκόταν σε απότομη παρακμή, σακατεμένη από απεργίες και απαιτήσεις υπερβολικών μισθολογικών αμοιβών… Η ανεργία έφθανε στο ψηλότερο επίπεδο από την εποχή του πολέμου. Ο χουλιγκανισμός στο ποδόσφαιρο ήτανε φοβερός· ριζοσπάστες δάσκαλοι κατέστρεφαν σχολεία και το έθνος φαινόταν να κινδυνεύει να διασπαστεί…

»Κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας… όλοι σχεδόν οι πολιτικοί έμεναν προσκολλημένοι στην κεϊνσιανή οικονομική σκέψη… επίστευαν ότι ο κύριος ρόλος της κυβερνήσεως ήταν να κατευθύνει προς επέκταση του κράτους πρόνοιας με τη δαπάνη περισσότερου, χρόνο με τον χρόνο, χρήματος για την υγεία, την παιδεία και τα κοινωνικά επιδόματα…

»Κατά το 1975 η συμμετοχή των κυβερνήσεων στο ΑΕΠ έφτασε το 60%, που προκύπτει από εξαιρετικά υψηλούς φόρους και δανεισμό. Το επίπεδο παραγωγικότητας της χώρας ήταν φρικιαστικό… Εντούτοις, οι εργάτες συνεχώς ζητούσαν περισσότερα χρήματα και απεργούσαν για να τα πετύχουν… Γίνεται καταφανές το σημείο κρίσεως στο οποίο είχε φτάσει η οικονομία από το γεγονός ότι η Βρετανία αναγκάστηκε να προσφύγει στο ΔΝΤ κατά το τέλος του 1976…

»Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως ένας σημαντικός παράγων (του οικονομικού χάους) ήταν η υλιστική επιθυμία των διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων να μην υστερούν άλλων σε μια ευημερούσα κοινωνία. Ετσι, είτε ήσουν μεταλλωρύχος, εργάτης σε εργοστάσιο είτε δημόσιος υπάλληλος, αν ένας γείτονάς σου αποκτούσε ένα καινούργιο αυτοκίνητο ή αν ήταν σε θέση να κάμει τις διακοπές του στην Ισπανία, σου ήταν εύκολο να σκεφτείς ότι μόνο μαχητική απεργιακή δράση θα σου εξασφάλιζε να μπορέσεις κι εσύ να τα αποκτήσεις αυτά.  »Η μεγάλη ικανότητα του συγγραφέα είναι ο άνετος συνδυασμός πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας· επίσης η αναγνώριση ότι μέσα σε αυτήν τη μαυρίλα, ο λαός χαιρόταν γεγονότα όπως το αργυρό ιωβηλαίο της βασίλισσας και η ζωή ήταν συχνά πιο άνετη για τους κοινούς πολίτες από ό,τι ήταν στο παρελθόν».

Διευκρινίσεις; Πρόκειται για παρατηρήσεις περιεχόμενες σε βιβλιοκρισία που εδημοσιεύθηκε στο τεύχος Μαΐου 2013 της περιοδικής εκδόσεως IPA Review, οργάνου του think tank Institute of Public Affairs. Την κριτική, υπό τον τίτλο «When Everything was going wrong: Britain in the Seventies», υπογράφει ο Richard Allsop, ερευνητής του ινστιτούτου. Τα δύο βιβλία που κρίνονται φέρουν τους τίτλους «State of Emergency. Britain 1970-1974» (εκδ. 2010) και «Seasons in the Sun: The Battle for Britain 1974-1979» (εκδ. 2012). Συγγραφέας τους, ο νέος ιστορικός Dominic Sandbrook (1974-). Κλείνει η παρένθεση.

Η συμβολή μου: Η ανάδειξη των ομοιοτήτων με την πρόσφατη και σημερινή Ελλάδα. Μέχρι χουλιγκανισμό και εγκληματικότητα. Το ιωβηλαίο της βασίλισσας· οι Ολυμπιακοί του 2004 από εδώ. Οι κυβερνήσεις Wilson – Callaghan· παράλληλες Καραμανλή – Παπανδρέου (των νεοτέρων). Ελλειψη ανταγωνιστικότητας και υπερδανεισμός· εκατέρωθεν. Διεθνές Νομισματικό Ταμείο· συν τρόικα – θεσμοί σ’ εμάς. Και εκείνοι και εμείς, πριν, ποτέ δεν είχαμε περάσει τόσο καλά· we never had it so good. Λεφτά υπάρχουν.

Επιμύθιο: Ο από μηχανής θεός. Ενας (μία) πολιτικός που τολμούσε και έλεγε πολλά «Οχι» (στις απεργίες π.χ. με τον πιο δημοκρατικόν τρόπο). Και η Βρετανία αναζωογονήθηκε. Τον περιμένουμε να έρθει και σ’ εμάς. Κάτι σαν να διακρίνεται στο βάθος της εικόνας – στον ορίζοντα.

To κείμενο αυτό γράφτηκε σαν μια προσπάθεια να ενσταλαξει ίχνη αισιοδοξίας σε έναν αποκαμωμένο κόσμο, με την πρόθεση να μας δώσει μιαν ανάσα. Να μπορέσουμε να συνεχίσουμε τον μαραθώνιό μας. 42 δύσβατα χιλιόμετρα χωρίς καθορισμένο τέρμα. Πόσα άραγε να έχουμε έως τώρα διατρέξει;

Νικ. Λ. Γ. Λιναρδατος

Ξεχάσαμε και να καλλιεργούμε;

Κύριε διευθυντά
Στην «Καθημερινή» πρόσφατα, ο αναγνώστης σας Μάριος Χριστοφορίδης είναι, για άλλη μία φορά, καταπληκτικός στα «Γράμματα Αναγνωστών». Πράγματι, όλα τα αναγραφόμενα προϊόντα διατροφής μας εισάγονται πια από το εξωτερικό. Η εξήγηση όμως αυτού του γεγονότος δεν πρέπει να αποδοθεί μόνο στους αγρότες μας αλλά πρέπει να αποδοθεί και στους… Αλβανούς. Αυτούς χρησιμοποιούσαν οι γεωργοί μας σε όλες τις παρελθούσες δεκαετίες στα χωράφια τους –με το μισό μεροκάματο, όμως, συγκρινόμενο προς το δικό τους– αφού οι ίδιοι τότε σπαταλούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των κερδών τους εκ των δανεικών 320 δισ. των προηγουμένως κυβερνώντων με σκοπό να αποκτήσουν 2 αυτοκίνητα, 2 σπίτια (κατά προτίμηση το δεύτερο να είναι παραλιακό για τα καλοκαιρινά μπάνια), να γεμίζουν τα νυχτερινά, επαρχιακά κυρίως, «σκυλάδικα», αλλά και για «άλλες χρήσεις». Οι Αλβανοί πλούτισαν, έφυγαν, και τώρα –κατά πως έγραψε ο συνεργάτης σας Σταύρος Τζίμας– «οι πάντες καλλιεργούν χασίς παντού»! Από την άλλη, όμως, πλευρά, είναι αναπόφευκτο ότι οι δικοί μας αγρότες, μετά τόσα χρόνια α-εργίας, ξέχασαν να καλλιεργούν οι ίδιοι τα χωράφια τους, αφού εξακολουθούν να πετυχαίνουν με τις ετήσιες απεργίες τους να ικανοποιούνται από τους κυβερνώντες τα αιτήματά τους. Ετσι, νομίζουμε ότι αιτιολογείται πια η αναπόφευκτη χρήση ξένων προϊόντων διατροφής μας (συμπεριλαμβάνεται και η χρήση της πάμφθηνης ζάχαρης εκ της Κούβας, συγκρινόμενης με την πανάκριβη δική μας ζάχαρη αλλά εκ του κρατικού εργοστασίου στις Σέρρες). Πιθανώς και ο πρωθυπουργός μας δεν πήγε πρόσφατα στην Κούβα μόνο με βάση τον σοσιαλιστικόν θαυμασμόν του, αλλά για να τους ευχαριστήσει και για τη φθηνή ζάχαρη που μας πουλάνε. Πιθανώς.

Βασιλης Σωτηροπουλος, Γεωτεχνικός μηχανικός