ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Καίρια ερωτήματα για τις συντάξεις

kairia-erotimata-amp-nbsp-gia-tis-syntaxeis

Κύριε διευθυντά
Τα τελευταία χρόνια οι μειώσεις των συντάξεων, κατ’ εφαρμογήν μνημονιακών συνταξιοδοτικών διατάξεων, γίνονται χωρίς την έκδοση ατομικών (διαπιστωτικών) διοικητικών πράξεων, περί υπαγωγής ενός εκάστου των συνταξιούχων στις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου. Η ενέργεια αυτή της συνταξιοδοτικής διοίκησης έχει ως αποτέλεσμα να στερεί από τους ενδιαφερομένους το δικαίωμα της άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων, όπου κατά την άποψή τους συντρέχει λόγος. Αυτό δε, γιατί δεν έχει εκδοθεί αρμοδίως και δεν τους έχει κοινοποιηθεί η αναγκαία προς τούτο εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη.

Η ενημέρωση των συνταξιούχων γίνεται, πλέον, μόνον από το μηνιαίο ενημερωτικό σημείωμα της συνταξιοδοτικής τους κατάστασης, το οποίο ο αρμόδιος φορέας  αναρτά στην ιστοσελίδα του. Το ενημερωτικό αυτό σημείωμα, όμως, πέραν του ότι δεν είναι προσιτό σε όλους, δεν μπορεί και να προσβληθεί ενώπιον των δικαστηρίων, γιατί, απλώς ως πληροφοριακό, στερείται εκτελεστότητας, όπως έχει δεχθεί η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου (απόφ. 161/2005 κ.λπ.). Περαιτέρω και η επιστήμη του Διοικητικού Δικαίου δέχεται ότι «Η Διοίκησις… υπαχθείσα εις τον νόμον, δεν προβαίνει ήδη εις εφαρμογήν αυτού εν τη ατομική περιπτώσει δι’ αμέσων υλικών ενεργειών, αλλ’ οφείλει προηγουμένως να βεβαιώση διά δηλώσεως της βουλήσεως αυτής, περιβαλλομένης ωρισμένον τύπον, ότι η δεδομένη ατομική περίπτωσις εκρίθη υπ’ αυτής ως υπαγομένη εις την διάταξιν του νόμου…» (Βλ. Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων, Αθήνα 1982, σ. 97). Ομοίως και ο Α. Τάχος «Η διοικητική πράξη μεσολαβεί μεταξύ του οικείου νόμου και των διοικουμένων, και καθιστά δυνατή την εφαρμογή του νόμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση» (Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα 1988, σ. 316). Ενόψει των ανωτέρω, ευλόγως προκύπτει το ερώτημα, γιατί οι αρμόδιοι φορείς δεν εξέδωσαν τις αναγκαίες ατομικές διοικητικές πράξεις μείωσης των συντάξεων;

Βασιλειος Γουλας, Tέως δ/ντής Συντάξεων ΓΛΚ

Τα Θρησκευτικά, η Ιεραρχία, το ΣτΕ

Κύριε διευθυντά
Υστερα από τον μεγάλο θόρυβο που ξέσπασε με την αντικατάσταση του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία με το μάθημα της θρησκειολογίας, θα παραθέσω ορισμένες αποφάσεις του ΣτΕ οι οποίες είναι λίαν ισχυρές και έχουν θέση νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος που λέγει: «… η επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού», καθώς και το άρθρο 16, παρ. 2 του Συντάγματος που λέγει: «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». Σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΣτΕ 3356/1995, 2176/1998, 3533/1986, όπου το ΣτΕ κάμνοντας ένα συνδυασμό των άρθρων 3 παρ. 1 και 16 παρ. 2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας, απεφάσισε: «Το μάθημα των Θρησκευτικών στα σχολεία, όπως είναι αυτονόητο, πρέπει να διδάσκεται σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας και επί ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως». Ετσι, το ΣτΕ θεσπίζει έναν κανόνα δικαίου, με πλήρες κανονιστικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση του ΣτΕ καθώς και την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Δ.Εφ.Αθ.) 1700/ 1983 κάθε μαθητής (άθεος, άθρησκος, ετερόθρησκος ή ετερόδοξος) έχει το δικαίωμα να μην παρακολουθεί το μάθημα των Θρησκευτικών που διδάσκεται στο σχολείο. Δεν θα αναφερθώ στις διάφορες απόψεις διακεκριμένων συνταγματολόγων, σχετικά με το άρθρο 16 παρ. 2, καθότι διίστανται μεταξύ των οι απόψεις, και ούτε είμαι αρμόδιος για τόσο λεπτά συνταγματικά θέματα. Παρέθεσα τις αποφάσεις των Ανωτάτων Ακυρωτικών Δικαστηρίων της χώρας, για να αντιληφθεί η κοινή γνώμη πόσο παράνομα και αυθαίρετα και παραπλανητικά ενήργησε η κυβέρνηση. Το μόνο που επισημαίνω είναι ότι δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος με το άρθρο 13 παρ. 2 αυτού, που ομιλεί περί «θρησκευτικής ελευθερίας». Εξάλλου η απόφαση 1700/1983 του Δ.Εφ.Αθ. το ετήρησε αυτό. Ομοίως το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, που λέει: «Ολοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων». Ούτε αυτό το άρθρο έρχεται σε δυσαρμονία με το άρθρο 16 παρ. 2, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι. Δεν νομίζω οι αναφερόμενες στο Σύνταγμα έννοιες της «εθνικής συνείδησης» και της «θρησκευτικής συνείδησης» άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος έχουν «τον ανέλεγκτο υποκειμενισμό» αυτού και θα πρέπει να θεωρηθούν έξω από το νομικό πεδίο του Συντάγματος! Επειδή το θέμα των θρησκευτικών βιβλίων στα σχολεία δεν είναι απλό, θα εισηγούμην στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, να ζητήσει από την επόμενη κυβέρνηση τα βιβλία των Θρησκευτικών, πριν κυκλοφορήσουν στα σχολεία να τίθενται και υπό την έγκριση της επίσημης Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτό θα γίνει με νομοθετική ρύθμιση. Η δε Εκκλησία θα ορίζει, κατόπιν απόφασης της Ιεραρχίας, επιτροπή εξ ιεραρχών που θα εγκρίνει ή τροποποιεί ή απορρίπτει τα βιβλία και αυτή η απόφασή της θα είναι δεσμευτική για το υπουργείο. Αλλη λύση είναι τα βιβλία των Θρησκευτικών να γράφονται από την Εκκλησία με τον τρόπο που γνωρίζει αυτή. Το δικαίωμα αυτό συνταγματικά το έχει η Εκκλησία.

Ιωαννης Θ. Χαϊνης, Ομ. καθηγητής Ε.Μ. Πολυτεχνείου