ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Oι δόκιμοι, ο «Ιέραξ», τα καψώνια και η ευτυχής γνωριμία με τον πρεσβευτή Γιώργο Σεφέρη

grammata-anagnwstwn--14

Κύριε διευθυντά
Στις 24 Οκτωβρίου 1963, με τηλεγράφημα η Σουηδική Ακαδημία ανακοίνωνε στην Αθήνα ότι ο Γιώργος Σεφέρης είχε κερδίσει το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ενα σχεδόν χρόνο πριν, στις αρχές Ιουλίου 1962, το «Β.Π. Ιέραξ» απέπλεε από τον προλιμένα του Πειραιά για το καλοκαιρινό ταξίδι των ναυτικών δοκίμων.

Ενα ταξίδι που οι πρωτοετείς δόκιμοι το περιμέναμε με χαρά αλλά και με αγωνία και φόβο. Χαρά, γιατί θα ταξιδεύαμε για δύο περίπου μήνες και θα επισκεπτόμαστε ένα σωρό λιμάνια. Μας περίμεναν η Λισσαβώνα, το Λονδίνο, η Κοπεγχάγη, το Οσλο, η Στοκχόλμη, το Μπορντό, το Γιβραλτάρ, η Τρίπολη Λιβύης, η Αμμόχωστος και η Θεσσαλονίκη. Θα περνούσαμε τις Ηράκλειες Στήλες.

Τον φοβερό Βισκαϊκό Κόλπο, το κανάλι του Κιέλου. Θα μπαίναμε σε φιορδ. Θα επισκεπτόμαστε μουσεία, βιομηχανίες, ιστορικά μνημεία και τόπους. Θα γνωρίζαμε άλλους πολιτισμούς και νοοτροπίες και γενικά θα άνοιγε το μυαλό μας με δεκάδες εμπειρίες. Αγωνία και φόβο, γιατί όλα τα απωθημένα των τριτοετών δοκίμων, που θα ήσαν πλέον στο ταξίδι διοικούσα  τάξη, θα ξεσπούσαν επάνω μας κυρίως με καψώνι (νίλα). Ξέραμε ότι θα τρελαινόμαστε στις βάρδιες, στο καψώνι και στους συνεχείς καθαρισμούς (φασίνα και τρίψιμο μπρούντζων), ώστε να λάμπει ο «Ιέραξ» σε κάθε λιμάνι που θα κατέπλεε.
Στον Τάμεση, το πλοίο έδεσε σ’ έναν προβλήτα κάτω σχεδόν από τη γέφυρα του Πύργου του Λονδίνου (Tower Bridge). Τη δεύτερη ημέρα της παραμονής μας, μου έπεσε ο κλήρος να είμαι ένας από τους δοκίμους της αντιπροσωπείας που θα πήγαινε στην πρεσβεία μας, όπου ο πρεσβευτής θα παρέθετε δεξίωση προς τιμήν μας.

Δεν είχαμε ιδέα ποιος ήταν ο πρεσβευτής μας. Μας περίμενε στην είσοδο της αίθουσας δεξιώσεων της πρεσβείας και μας χαιρέτησε διά χειραψίας, από τον κυβερνήτη του πλοίου, αντιπλοίαρχο τότε Πέτρο Αραπάκη, μέχρι τον τελευταίο πρωτοετή δόκιμο.

Η έκπληξή μας ήταν μεγάλη όταν στο πρόσωπο του πρεσβευτή μας αναγνωρίσαμε τον μεγάλο μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη. Προσηνής και απλός, μας ρωτούσε για τις εμπειρίες μας από το ταξίδι και για τη ζωή μας στη σχολή. Οταν τελείωσε η δεξίωση, απερχόμενοι τον ξαναχαιρετήσαμε ευχαριστώντας τον. Η χαρά μας ήταν μεγάλη. Είχαμε την τύχη και την τιμή να σφίξουμε το χέρι και να συνομιλήσουμε με τον μεγάλο Γ. Σεφέρη. Να σφίξουμε το χέρι αυτού, που ένα σχεδόν χρόνο μετά, στις 10 Δεκεμβρίου 1963, θα έπαιρνε από τα χέρια του βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύο το Νομπέλ Λογοτεχνίας.
Γυρίσαμε περιχαρείς στο πλοίο, αλλά την άλλη ημέρα μετά τα «Επιφάνια» του Σεφέρη μας ήλθε κατακέφαλα ο «Θρήνος του Μάη» του Γιάννη Ρίτσου. Αφελής συμμαθητής μας ερωτηθείς, στη δεξίωση, από τη δούκισσα του Κεντ για τη ζωή μας στο πλοίο, της παραπονέθηκε ότι ως πρωτοετείς κουραζόμαστε πολύ και ότι μας έλειπε ύπνος.

Αυτή το είπε, σαν παράκληση, στον κυβερνήτη να μας προσέχει περισσότερο, και αυτός με τη σειρά του έβγαλε, την άλλη ημέρα, διαταγή, η «εξόδου» (άδεια εξόδου) των δοκίμων στα λιμάνια, που μέχρι τότε ήταν μέχρι τα μεσάνυχτα, να περιοριστεί έως τις 22.00, ώστε να κερδίζουμε λίγο ύπνο.

Οι τριτοετείς, με το δίκιο τους, εξοργίστηκαν που θα έχαναν δύο πολύτιμες ώρες από την «εξόδου» τους και έτσι στο σκοτεινό υπόφραγμα του «Ιέρακα» έπεσε θρήνος και οδυρμός. Μας είχε δεξιωθεί όμως ο Σεφέρης και αυτό μας έφτανε. Χαλάλι του ο ιδρώτας που χύθηκε στη λαμαρίνα του δαπέδου του υποφράγματος. Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη φορά. Μετά από 57 χρόνια το θυμάμαι σαν να ήταν χθες.

Ματθαιος Μ. Δημητριου, Πλοίαρχος Π.Ν. ε.α.