ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ο ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου προσφέρεται αφειδώς στις πλατανοσκεπείς πλατείες

23grammata-thumb-large--4

Κύριε διευθυντά
Είναι αρκετές δεκαετίες τώρα που το ελληνικό βουνό έχει αποσυρθεί στην παρακμή του, μετά την ολοκληρωτική επικράτηση της θάλασσας, τόσο, ώστε να μην εμφανίζεται πλέον ούτε καν ως διάζευξη στη παλαιότερη ερώτηση: Βουνό ή θάλασσα;

Είτε ως πυκνό στοιχείο τής ανά την χώραν παραποτάμιας βλάστησης είτε ως δεσπόζουσα μεμονωμένη στιβαρή παρουσία κάθε κατωκειμένου πλατώματος, ένα είναι το αιώνιο σύμβολο, ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς της ημιορεινής μας χλωρίδας: ο πλάτανος. Αυτός, η θελκτική και ευεργετική σκιερή στέγη κάθε υπαίθριου κοινωνικού καλοκαιρινού ενωτικού ανταμώματος.

Μια εμβληματική αναφορά στο πανέμορφο, περήφανο δένδρο γίνεται από τον Ηρόδοτο: Λίγο πριν από το ιλαρό επεισόδιο του Ελλησπόντου, όπου ο Ξέρξης θα διαπράξει την ύβριν να τα βάλει εμμέσως με τον Ποσειδώνα, διατάσσοντας να μαστιγώσουν τριακόσιες φορές τον πόντο κ.λπ., εξαιτίας της θαλασσοταραχής που γκρέμισε τα γεφύρια του, ο πατέρας της Ιστορίας αναφέρει ένα άλλο περιστατικό, που εκ πρώτης όψεως μας δίνει άλλη εικόνα για τον οξύθυμο Ασιάτη ηγεμόνα. Το περιστατικό είναι αρκούντως επισημασμένο από αρκετούς αρχαιογνώστες, όπως ο Ζ. Λορεντζάτος και ο Λ. Κούσουλας.

Πρωταγωνιστεί πάλι ο Ξέρξης, ο οποίος, πορευόμενος με τον στρατό του για τις Σάρδεις, πλάι στον Μαίανδρο ποταμό, θαμπώθηκε τόσο πολύ από την ομορφιά ενός πλάτανου (κάλλεος είνεκα), που του χάρισε χρυσά στολίδια (δωρησάμενος κόσμω χρυσέω). Ανάθεσε μάλιστα σε φύλακα τη φροντίδα του δένδρου παντοτινά (μελεδωνώ αθανάτω ανδρί επιτρέψας).

Φέτος, και λόγω των εκτάκτων συνθηκών υγειονομικής φύσεως, ετούτον τον Αύγουστο δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να προτιμήσουμε για τις διακοπές μας το ελληνικό βουνό. Τα πανέμορφα ορεινά χωριά, ειδικότερα, της ηπειρωτικής Ελλάδας, μας περιμένουν στα καλύτερά τους. Εκεί, στις περίφημες, σκιερές πλατανοσκεπείς πλατείες τους, χωρίς συνωστισμούς και πανηγύρια αυτή τη φορά, ίσως ο καθένας μας μόνος του, σε ρόλο τιμητικού πρωταγωνιστή, αξιωθεί να νιώσει, βαθιά μέσα του, τον δικό του «ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου».

Γιωργος Ι. Κωστουλας, Βούλα