ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Τα εθνικά θέματα και η αντιπολίτευση

Κύριε διευθυντά
Η άποψη σχετικά με αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης για εθνικά θέματα είναι ότι η θέση των εκάστοτε αντιπολιτεύσεων, και κυρίως της μείζονος, κατά κανόνα είναι αρνητική. Διαχρονικά αν ανατρέξει κανείς, θα αναρωτηθεί αν είναι δυνατό να υπάρχουν τέτοιες θέσεις, όπως π.χ. το 1932 στη Βουλή, όταν ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε τη σύμπραξη όλου του πολιτικού κόσμου προκειμένου να εξέλθει η χώρα από την παγκόσμια κρίση (αδυναμία καταβολής δημοσίου χρέους) με τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικού συνασπισμού και η θέση της αντιπολίτευσης ήταν αρνητική με τη δικαιολογία ότι με τον τρόπο αυτό δεν θα υπήρχαν σε εφεδρεία πολιτικά κόμματα, λες και αυτό ήταν το ζητούμενο στο μέγα εθνικό πρόβλημα. 

Παρόμοιες θέσεις δυστυχώς υπήρξαν πάρα πολλές και μακάρι κάποιος ειδικός να τις έκανε βιβλίο. Είναι η μοίρα των ελληνικών αντιπολιτεύσεων γενικότερα να καταπολεμούν με μανία και τελικά να καταφέρνουν να μην έρχονται ή να έρχονται όχι όπως θα έπρεπε στη Βουλή νομοσχέδια που θα διόρθωναν μεγάλες αδυναμίες σε όλους τους τομείς. Σε γράμμα μου στην «Καθημερινή» στις 25/4/2017 είχα διατυπώσει την άποψη ότι η κριτική στην αντιπολίτευση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πολύ σοβαρά κάθε φορά στις εκλογές. Ετι μάλλον σε εθνικά θέματα, όπως π.χ. με την Τουρκία, όπου υπάρχει κίνδυνος για λάθη εξαιτίας αρνητικών θέσεων. 

Μετά τα ανωτέρω, είναι απαραίτητη η τόλμη του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης για αποφάσεις στηριζόμενες μέχρι τέλους κυρίως στη λογική. Το διεθνές δίκαιο αποτελεί μέγα βοηθητικό στοιχείο για την ευνοϊκή επίλυση της διαφοράς. Ομως στη συγκεκριμένη περίπτωση από μόνο του δεν μπορεί να λύσει τη διαφορά. Απαιτούνται και άλλες ενέργειες, όπως και κάνει η κυβέρνηση ή που θα πρέπει να κάνει. Θα ήταν ευχής έργο –απίθανο βέβαια– όλα τα κράτη να δεσμεύονταν στην επίλυση των διαφορών τους από μιας μορφής διεθνές δίκαιο παγκόσμιας ισχύος. Θα αποφεύγονταν πολλοί πόλεμοι.