ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Δανία δεν γίναμε, πώς θα γίνουμε Ταϊβάν;

Κύριε διευθυντά 
Συμφωνώ (όπως πάντα!) με το άρθρο του Στέφ. Μάνου στην «Κ» της 6/2/21 με κάποιες παρατηρήσεις, ίσως συμπληρωματικές. 

Στην Ταϊπέι, πρωτεύουσα της Ταϊβάν, για πέντε χρόνια, αρχές δεκαετίας του 1980, είχα επιχείρηση εξαγωγών –τι άλλο;– προς την Ελλάδα ιχθυηρών κυρίως αλλά και ανταλλακτικών αυτοκινήτων, αθλητικών ειδών, διακοσμητικών ειδών, ειδών ψαρέματος και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, μιας και αυτή η χώρα κατασκεύαζε τα πάντα. 

Αρχικά φθηνές απομιμήσεις αντιστοίχων του δυτικού κόσμου, στάδιο που πέρασε και η Νότια Κορέα, ακόμα και η Ιαπωνία. 
Ομως σε κάθε γωνία υπήρχε ένα exporting house για την εξαγωγή των άπειρων ειδών που μεταποιούσε και κατασκεύαζε σε επίπεδο βιομηχανίας, βιοτεχνίας, ακόμη και οικοτεχνίας. 

Με δεδομένη λοιπόν την εργατικότητα και τη φυσική λιτότητα του πληθυσμού, δεν είναι να απορεί κανείς για την αλματώδη πρόοδο αυτής της χώρας. 

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο καθοριστικό σε αυτή την πρόοδο. 

Από το 1949 που μετεφέρθη η διοίκηση της εθνικιστικής Κίνας του Τσανγκ-Κάι Σεκ, εκδιωχθείσα από τους κομμουνιστές του Μάο στο νησί, και για πολλά χρόνια μετά, για όλο τον κόσμο η Ταϊβάν ήταν η Κίνα (ROC) εκπροσωπούμενη σε διεθνείς οργανισμούς, διπλωματικές αποστολές κ.λπ. Προφανώς αξιοποιήθηκε δεόντως αυτό το πλεονέκτημα. 

Μόλις το 1972 δόθηκε η έδρα του ΟΗΕ στην ηπειρωτική κομμουνιστική Κίνα (PRC) και άρχισαν οι διπλωματικές αναγνωρίσεις με κατάληξη περί το 1992 όλοι πλέον να αναγνωρίζουν ως μοναδική Κίνα την Κομμουνιστική. 

Οσον αφορά το ζητούμενο, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να φθάσουμε την πρόοδο της Ταϊβάν για πολλούς λόγους, αλλά ας σταθούμε στον σημαντικότερο, αυτόν της νοοτροπίας.