ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οι αρνητές γιατροί και οι εμβολιασμοί

Κύριε διευθυντά
Τους γιατρούς μας, που υπηρέτησαν στις μονάδες της COVID-19 και προσέφεραν, καθ’ όλο τον χρόνο που πέρασε, τις άοκνες υπηρεσίες τους στους ασθενείς συγγενείς και φίλους μας, τούς θαυμάσαμε και τους χειροκροτήσαμε. 

Μάθαμε όμως ότι, δυστυχώς, υπάρχουν μερικοί (λίγοι ή αρκετοί) από αυτούς, οι οποίοι, τώρα, που επιτέλους ήρθαν τα σχετικά εμβόλια προς αντιμετώπιση του καταραμένου αυτού ιού, αρνούνται να εμβολιαστούν αν και εξακολουθούν να προσφέρουν ακόμη τις σχετικές υπηρεσίες τους προς τους ασθενείς τους.

Παρακάμπτω το ζήτημα· αν είναι ή όχι ανεκτό, κατά το Σύνταγμα, να παρακαμφθεί το αδιαμφισβήτητο ατομικό δικαίωμα των γιατρών αυτών προς άρνηση και αν είναι δυνατόν οι τελευταίοι να υποχρεωθούν να εμβολιαστούν εφόσον εξακολουθούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς. Τούτο, ιδίως ενόψει του αμφίπλευρου, μεταξύ γιατρού και ασθενούς, υψηλού κινδύνου μετάδοσης της νόσου, ο οποίος ελλοχεύει σε κάθε φάση της σχετικής θεραπείας.

Θα σταθώ, όμως, στον «όρκο» που έχουν δώσει όλοι αυτοί οι γιατροί κατά τη λήψη του πτυχίου τους, στον οποίο, ανάμεσα σε άλλα, κάθε νέος γιατρός δηλώνει, κατά λέξη: «Ορκον ομνύω ότι… χρήσιμον εμαυτόν καταστήσω προς άπαντας τους δεομένους τής εμής αρωγής». Και ερωτώ: Μήπως θα πρέπει, λοιπόν, να ερευνηθεί αν ένας γιατρός, που κάθε στιγμή είναι ενδεχόμενο να μεταφέρει στους νοσηλευομένους του ασθενείς τον καταραμένο αυτόν ιό, ή να τον κολλήσει από αυτούς, είναι πράγματι χρήσιμος σε αυτούς, όπως ορίζει ο συγκεκριμένος «όρκος;» Γιατί, αν όχι, τότε ερωτάται: Πώς πρέπει αυτό αρμοδίως να αντιμετωπιστεί; Με τις διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού που αναφέρονται στις αναγκαίες υπηρεσιακές μεταβολές; Με εφαρμογή τού οικείου πειθαρχικού δικαίου; Με τις κοινές, αποζημιωτικές διατάξεις; Ή, ίσως, κάπως αλλιώς;