ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Mία αφίμωτη απάντηση

Κύριε διευθυντά
Δυστυχώς αναγκάζομαι να απαντήσω στο εμπαθές εναντίον μου μονόστηλο του Στέντορα, της 11/3/2021: Διαθέτω προφανώς στεντόρεια φωνή και όχι απλώς το ψευδώνυμό της. Οπότε «κύριε», Στέντορα εξόφθαλμα σας ενοχλεί διαρκώς, επειδή δεν λέω αυτά που θέλετε, σας αρέσουν, ή σας είναι χρήσιμα. Αυτό φαίνεται αμέσως από τον τίτλο σας, αφού αποδέχεστε ότι το… ταλέντο μου είναι αφίμωτο, λες και υπάρχουν και γενικώς ταλέντα που διακρίνονται ως τέτοια, φιμωμένα. Να ξέρετε πως δεν το χρειάστηκα για να μάθω ποιος είστε εντός εκτός γραφής. Και είχα την ευγένεια να σας ρωτήσω τηλεφωνικώς, αν η επιστολή μου επιθυμείτε να απευθύνεται στο πρόσωπο και όνομά σας ή στη μάσκα του ψευδωνύμου σας. Προτιμήσατε το δεύτερο, και παρότι δεν σας επιτρέπω να το χαρακτηρίσετε «συνθηκολόγηση με τη σιωπή», γενναιόδωρα προστατεύω την παλατιανού τύπου διακριτικότητα, που επιφυλάσσετε στον εαυτό σας. Το δημοσίευμά σας είναι ανακριβές. Διαστρεβλωτικό της πραγματικότητας που με αφορά. Με χαρακτηρίζετε λαλιστέρα των βουλευτών, που εμφανιζόμουν ως «φιμωμένη» (τα εισαγωγικά δικά σας). Αυτό το συμπέρασμα το έβγαλε το κοινό, άλλοι συνάδελφοί σας, το κόμμα μου, και ρητώς το δήλωσε με στόμφο, ο παρουσιαστής της εκπομπής, ότι μου περνάει φίμωτρο, γιατί κατά τη γνώμη του οι βουλευτές δεν μπορεί να λένε ό,τι θέλουν, ούτε να μεταφέρουν ό,τι ακούγεται.

Πώς γίνεται λοιπόν να μένω αφίμωτη στον τίτλο σας; Θα σας πω. Επειδή πρόλαβα να περιγράψω την κρυμμένη αλήθεια, και καταφανώς τρομάξατε τόσο απ’ αυτήν, που σπεύσατε να την σκεπάσετε με χειρότερη εκδοχή κι απ’ αυτήν του ομοϊδεάτη σας τηλεοπτικού συναδέλφου, της «Μεγάλης, όχι των Μπάτσων, αλλά των Υποκριτών, Σχολής». (Αναφέρομαι στην ταινία, κι όχι στην αστυνομία και το διευκρινίζω γιατί είμαι βέβαιη ότι καταλαβαίνετε, παρά τη γλωσσική σας επάρκεια, μόνον ό,τι θέλετε και ό,τι σας συμφέρει). 

Κύριε Στέντορα, στη συνέχεια του πονήματός σας αποκαλύπτετε την ανατριχιαστική εναλλακτική που μου προτείνετε. Oχι όμως για να περισώσετε τον συνάδερφο από τον αντιδεοντολογικό του τραμπουκισμό σε βάρος μου, αλλά για να μου υποδείξετε πώς εσείς, ως εξυπνότερός του, με καλείτε να τον έχω «διευκολύνει». Το άθλιο παράγγελμα που ακούστηκε από ένστολους ειδικούς φρουρούς και το οποίο μετέφερα, μου προτείνετε, χωρίς να κοκκινίζετε από ντροπή, να το έχω πετσοκόψει κατά το ήμισυ! Δηλαδή να διαλέξω το «πάμε να τους σκοτώσουμε» και να αφαιρέσω το «πάμε να τους γα@@σουμε». Τι είναι αυτό; Προτροπή σε αυτολογοκρισία; Ψευδοσεμνοτυφία; Καλή δημοσιογραφία; Βουλευτική ευπρέπεια; Μοντάζ στον αέρα; Ρητορικά ερωτήματα, που δεν μου απαντήσατε ούτε στο τηλέφωνο, ούτε και θέλω. 

Η επιστολή μου, οργής, απογοήτευσης, θλίψης και απέχθειας για τη χαμέρπεια του κειμένου σας, γράφεται μόνο και μόνο για τη χυδαιότητα, αποκλειστικά δική σας, βαριά σεξιστική, γεμάτη ανομολόγητα απωθημένα, που πιθανόν έγινα αφορμή να εξεμέσετε και προς τους αναγνώστες σας, αλλά και στα μούτρα μου. Αναφέρομαι στη φράση σας ότι «διάλεξε να μεταφέρει αυτολεξεί την πρώτη, προφανώς επειδή τη βρήκε πιο σέξι, επειδή είχε υπολογίσει τη σκανδαλιστική της εντύπωση». Και χωρίς καν εισαγωγικά στο σέξι. Καλά δεν ντραπήκατε, ήθελα να ξέρω. Είμαι 66 χρόνων γυναίκα. Είμαστε και οι δυο δημοσιογράφοι. Με βλέπουν και με ακούν παραπάνω από όσα χρόνια ζείτε, γενιές ολόκληρες στον δημόσιο λόγο και βίο. Τόσο αδιάβαστος, τόσο απομονωμένος από τη ζωή στον τόπο μας, τόσο ευτελώς προχειρολόγος τελικά είστε, ή μήπως τόσο ναπολεόντεια οιηματικός, ώστε να προσπαθήσετε με μια παραγραφούλα να κατασκευάσετε για μένα μια εικόνα για την οποία δεν έχω δώσει ποτέ το παραμικρό δικαίωμα. Ούτε όταν με χαστούκισε σ’ έναν άλλον αέρα, μιας άλλης εκπομπής, ένας φασίστας. Με περιγράφετε ώς το τέλος ως «μονομελή περιοδεύοντα ασυστόλως θίασο», που βρίσκει σέξι, ως ηλικιακά πια γιαγιά, τη φράση «γα@@στε τους», σκεπάζοντας έτσι ανήθικα κι ανερυθρίαστα τον επαναληφθέντα πολλάκις ρητά, αποτροπιασμό μου για το «σκοτώστε τους». Εναν αποτροπιασμό που πρώτα επέδειξα το ίδιο εμφατικά πρώτα για τον πεσμένο στο έδαφος φρουρό. Σε εποχές που κυριαρχεί στην ατζέντα των media η μάχη για τα ανοιχτά, επιτέλους, στόματα των θυμάτων των σεξουαλικών εγκλημάτων, εσείς ως ψευδώνυμο Στέντωρ, στην πρωτοστατούσα μάλιστα στην εκστρατεία «Καθημερινή», τολμήσατε χάριν χιούμορ(;), εξυπηρέτησης(;) αλλοτρίων εικόνων, να με θίξετε, και δεν φοβάμαι να το πω, να με πληγώσετε, να με πονέσετε –αλλά όχι και να με σημαδέψετε– τόσο πολύ, ώστε να με αναγκάσετε να σας στείλω αυτή την επιστολή. 

Με στεντόρεια φωνή, που έχω πληρώσει ακριβά –από κάτι τέτοιους σαν του λόγου σας– και σωματικά, και ψυχικά, και επαγγελματικά για να τη διατηρήσω αφίμωτη, απαιτώ να μη μου απαντήσετε με κανέναν τρόπο και ποτέ. Αν σας έχει μείνει ίχνος αυτοκριτικής ικανότητας, θα σεβαστείτε την απαίτησή μου, έστω και από συμφέρον, αφού με αυτήν δυστυχώς συμβάλλω στη «διαφήμιση» της στήλης σας.

Απάντηση

«Σέξι» στη δημοσιογραφική αργκό είναι το προκλητικό – αυτό που είναι πιο πρόσφορο να κεντρίσει την προσοχή του αναγνώστη ή του τηλεθεατή. Λέμε έτσι «σέξι θέμα», «σέξι τίτλος». Είναι, όντως, έκφραση κάπως ανοίκεια. Οχι τόσο ανοίκεια, όσο εκείνη που η βουλευτής εκστόμισε σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή.   
Στέντωρ