ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Ο Σεφέρης περιγράφει έναν καλόγερο

Κύριε διευθυντά
Ολο το κείμενο του φίλου Σταύρου Ζουμπουλάκη «Σωστά και κάλπικα ζύγια» («Κ», Κυριακή 4.4.2021) ιδιαίτερα όμως ο τίτλος και η πρώτη παράγραφος, όπου και η λέξη «παραζυγιστής», μου θύμισαν το ποίημα του Σεφέρη «Λεπτομέρειες στην Κύπρο».

Πώς γεννήθηκε το σπουδαίο ποίημα εξιστορεί ο Κύπριος ζωγράφος Α. Διαμαντής, φίλος του Σεφέρη, στο ομότιτλο Λεύκωμά του, που υποτιτλοφορείται «Πηγές και στοιχεία αναφορικά με το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη». Ο Διαμαντής παραθέτει τις έγχρωμες εικόνες των κολασμένων στην εκκλησία της Ασίνου. Στη σελίδα 35, απεικονίζεται, δίπλα στην «αποκαλόγρια» ο «παραζυγιαστής» – αυτός με το κεφάλι προς τα κάτω, για να φανεί, όπως εικάζω, ότι η ζυγαριά ήταν κλέφτρα και το δικό του τάσι βάραινε περισσότερο.

Παραθέτω όλη τη στροφή του ποιήματος: 
«Τότες ήρθε ο καλόγερος· σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη, / κι έπιασε να πλουμίζει την κολόκα. / Αρχισε απ’ τον λαιμό: φοινικιές, λέπια, και δαχτυλίδια. / Επειτα, κρατώντας στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά, / έβαλε τον παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά, και τον κατάλαλο· / έβαλε την αποστρέφουσα τα νήπια και την αποκαλόγρια·/ και στην άκρη, σχεδόν απόκρυφο, τ’ ακοίμητο σκουλήκι.»

Η Ασίνου δεν είναι μακριά απ’ την Κακοπετριά και ασφαλώς η μακαρισμένη κυρά Αγλαΐα, μητέρα της γυναίκας μου, είχε εισέλθει στον ναό της. Δεν ξέρω αν πρόσεξε τις τοιχογραφίες των κολασμένων. Είναι όμως απολύτως βέβαιο ότι όταν πουλούσε και ζύγιαζε τα κηπευτικά της το τάσι της πλάστιγγας που έγερνε προς τα κάτω ήταν του αγοραστή.