ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η προσευχή ενός σοφού

Κύριε διευθυντά
«Οι διαδρομές της καραντίνας» της «Καθημερινής» (Νοέμ. 2020 – Ιαν. 2021) με ενέπνευσαν να κάνω κι εγώ τους δικούς μου μοναχικούς περιπάτους και ιδού ένας από αυτούς: 

Κατηφορίζοντας την οδόν Αναπαύσεως και διασχίζοντας τη λεωφόρο Αρδηττού μπαίνουμε σε ένα παρκάκι με μια κάπως απόκρημνη πλαγιά, όπου και ο ναΐσκος της «Αγίας και ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Ισαποστόλου Φωτεινής της Σαμαρείτιδος». Κατεβαίνοντας πιο κάτω φτάνουμε σε ένα κομμάτι από ό,τι απομένει από την μπαζωμένη πια αρχαία κοίτη του Ιλισού, έξω από το ανατολικό τείχος της Αρχαίας Αθήνας.

Τώρα πια η περιοχή είναι προκλητικά εγκαταλελειμμένη και κατάσπαρτη από πλαστικά μπουκάλια, νάιλον σακούλες, μεταχειρισμένες σύριγγες, κουρέλια, ντενεκέδες και άλλες βρωμιές. Μερικά καχεκτικά δεντράκια και λίγοι σκονισμένοι θάμνοι είναι ό,τι απέμεινε για να μας θυμίζει, αν αυτό είναι δυνατό, τον χώρο όπου ένα καυτό καλοκαιριάτικο μεσημέρι έγινε μία από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές συζητήσεις όλων των εποχών μεταξύ του Σωκράτη και του νεαρού μαθητή του Φαίδρου.

Με εκπληκτική λιτότητα ο Πλάτων περιγράφει γλαφυρά στον «Φαίδρο» του την ομορφιά, που είχε τότε το τοπίο αυτό του Ιλισού, όπου βρισκόταν και ένα μικρό ιερό του Πανός και των Νυμφών. Σαν να βλέπει κανείς ακόμα τώρα την πλατάνα με τον βαθύ της ίσκιο και δίπλα στην ανθισμένη λυγαριά που μοσχομύριζε, το δροσερό ποτάμι. Στο μεσημεριανό λιοπύρι του καλοκαιριού εξακολουθεί να φυσάει ακόμα και σήμερα εκεί κάποιο δροσερό αεράκι. Ενας μαγικός τόπος…

Στο περιβάλλον αυτό, εκεί στην όχθη του ποταμού, οι δύο εταίροι ανοίγονται σε μια συζήτηση περί της δυνατότητας της επιστημονικής ρητορικής, περί της ουσίας του έρωτα και της αθανασίας της ψυχής, εκπληκτική και ανεπανάληπτη, που δύσκολα θα βρεις όμοιά της. Το τοπίο, ιδιαίτερα στον «Φαίδρο», έχει μεγάλη σημασία για τον Πλάτωνα. Αλλωστε, ο δρόμος της ελληνικής φιλοσοφίας, από την εποχή των προσωκρατικών, αρχίζει από τη φύση, την ίδια αυτή φύση που εμείς σήμερα σκοτώνουμε! Ο Πλάτων, περίπου εξήντα χρόνων τότε, στην ακμή του πνεύματός του, έγραψε ένα έργο υψηλότατης ποίησης και αισθητικής. Πρόκειται ίσως για ένα από τα δυνατότερα έργα της πλατωνικής σκέψης.

Οταν η μεσημεριανή ζέστη μετριάζεται, οι δυο σύντροφοι ετοιμάζονται να αποχωρήσουν. Ο Σωκράτης δεν λησμονεί τους θεούς της περιοχής και κυρίως τον Πάνα, που είναι δωρητές των αληθινών αγαθών των ανθρώπων και τους στέλνει μια προσευχή:

«Ω αγαπητέ μου Πάνα και οι άλλοι θεοί του τόπου τούτου, δώστε μου εσωτερική ομορφιά και όσα έχω έξω μου να είναι σε αρμονία με όσα έχω μέσα μου. Κάντε, θεοί, να μου φαίνεται πλούσιος ο φτωχός και να έχω τόσα πλούτη, που να μην μπορεί να τα σηκώσει κανένας άλλος παρά μόνο ο συνετός»…