ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Αγροτικός κόσμος μετά την Εθνεγερσία

Kύριε διευθυντά 
Υπήρχαν, άραγε, όπως εκτιμά ο επιστολογράφος της «Καθημερινής» (Σάββατο, 15 Μαΐου 2021) κ. Γιώργος Ι. Κωστούλας, μετά την Επανάσταση του 1821 «διεκδικητές της αναδιανομής (των τουρκικών δημοσίων και ιδιωτικών γαιών) και καλλιεργητές που πονούσαν τη γη και που ήταν διατεθειμένοι, εν ανάγκη, να την αγοράσουν, ακόμα και “πουλώντας τα παιδιά τους!”»; Ακόμη και αν η επιστολή του 1833 από τη Φτέρη Φθιώτιδος, που καλεί εις μαρτυρίαν ο κ. Κωστούλας, μεταφέρει γνησίως, χωρίς διαμεσολάβηση από γραμματισμένο, τις αγνές, ανιδιοτελείς απόψεις ενός τέτοιου καλλιεργητή, ο καλλιεργητής αυτός πρέπει να ήταν μάλλον… κουτός.

Υστερα από κάθε πόλεμο, και ιδίως έπειτα από πόλεμο διαρκείας οκτώ ολοκλήρων ετών, υπάρχει μεγάλος αριθμός ανθρώπων που έχει συνηθίσει να τρέφεται όχι από την παραγωγή του, αλλά φορολογώντας και αρπάζοντας ό,τι μπορεί από άλλους, εχθρούς και φίλους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι οι αγωνιστές, οι ήρωες, οι απόμαχοι του κάθε πολέμου. Πιστεύουν, κάποτε δικαιολογημένα, ότι το έθνος οφείλει να τους ζήσει. Πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς αισθάνονταν, μετά την Επανάσταση, ότι θα άξιζε να δοκιμάσουν να συνεχίσουν, και στην περίοδο της ειρήνης, τον τρόπο πορισμού των χρειωδών της ζωής, που έμαθαν στον πόλεμο. Πρώτη επιλογή ήταν να αποκτήσουν κτήματα και να τα εκμισθώσουν, όπως οι Τούρκοι αγάδες. Αυτό δεν ήταν αντικειμενικώς δυνατόν, διότι η μικρή Ελλάς του 1833 είχε τρεις φορές περισσότερη καλλιεργήσιμη γη από όσο διέθετε χέρια να την καλλιεργήσουν. Τα τσιφλίκια, και χωρίς την πολιτική αποδοκιμασία από κράτος και λαό, δεν μπορούσαν να ευδοκιμήσουν στην Ελλάδα. Δευτέρα επιλογή, ήταν να προσκολληθούν σε κόμμα, ιδίως στο «κόμμα των αρμάτων» ή Γαλλικό κόμμα ή κόμμα της Μοσχομάγκας, του Κωλέττη, και να τρέφονται από φόρους άλλων. Τρίτη επιλογή ήταν ο πολυτραγουδισμένος ληστρικός βίος, συχνά διαπεπλεγμένος με την εξουσία, πάνω στα ελληνικά βουνά, επιλογή που επέζησε 100 ολόκληρα χρόνια, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Τετάρτη και καταϊδρωμένη επιλογή ήταν η ειρηνική καλλιέργεια της γης, και αυτή ήταν η επιλογή των κορόιδων, των ραγιάδων, που έτρεφαν όλους εκείνους που επέλεξαν κάτι καλύτερο. Συνήθως ήταν αναγκαστική επιλογή, αν κανείς δεν επετύγχανε τις καλύτερες. Ο βιώσιμος γεωργικός κλήρος, που διεκδικεί η επιστολή του 1833 από τη Φτέρη Φθιώτιδος, ήταν υποβελτίστη λύση, διότι επιβαρυνόταν με φόρους (εις είδος) για να τρέφει ένα υπερμέγεθες, παρασιτικώς πελατειακό κράτος (και παρακράτος), το ίδιο που έχει επιζήσει, με κάθε δόξα και τιμή, ύστερα από δέκα χρεοκοπίες, ανοικτές ή συγκεκαλυμμένες, μέχρι τις μέρες μας.

ΥΓ.: Δεν είναι τυχαίον ότι, αντίθετα από γειτονικές χώρες, η Ελλάδα δεν απέκτησε ποτέ μαζικό αγροτικό κόμμα ή, έστω, κόμμα των παραγωγικώς εργαζομένων. Σε κανέναν δεν αρέσει να ομολογεί ότι είναι κορόιδο.