ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Περί μνημονίων και διχασμού

Κύριε διευθυντά
Τα άρθρα του εκλεκτού αρθρογράφου κ. Ανδρέα Δρυμιώτη στην «Καθημερινή» της Κυριακής αποπνέουν μια σύνδεση με την πραγματικότητα, η οποία οφείλεται στην άμεση ενεργή συμμετοχή του στην (παρούσα ή/και παρελθούσα) παραγωγική διαδικασία και την περιγραφή προσωπικών εμπειριών ενός οξυδερκούς παράγοντός της. Αυτό διαφέρει από την οσοδήποτε επιτυχή και γλαφυρή περιγραφή και αναλυτικό σχολιασμό ενός επαγγελματία δημοσιογράφου.

Στο άρθρο του της 11-7-2021 ο κ. Δρυμιώτης επαναλαμβάνει κάτι σπανίως ακουόμενο ή γραφόμενο. Οτι το δαιμονοποιηθέν «Μνημόνιο» δεν υπήρξε τίποτε άλλο από μία δανειακή σύμβαση. Ακριβέστερα «παράρτημα» μιας δανειακής σύμβασης. Στη συνέχεια ο αρθρογράφος αναφέρει ότι «η καταψήφιση του (Α) Μνημονίου από τη Ν.Δ. (…) δημιούργησε το κύμα των αντιμνημονιακών και ουσιαστικά δίχασε τον ελληνικό λαό…».

Είναι πασιφανές και αναντίρρητο ότι «δημιουργήθηκε κύμα αντιμνημονιακών που απέληξε στον συνεχώς μνημονευόμενο «μνημονιακό διχασμό». Διερωτώμαι πώς τοποθετούνται τα αντίπαλα μέρη στον διχασμό αυτό. Μπορούν να χαρακτηρισθούν υπέρμαχοι των μνημονίων (και αντίπαλοι των αντιμνημονιακών) όσοι θεωρούσαν απλώς τα μνημόνια αναπόφευκτο «αναγκαίο κακό»; Δεν νομίζω ότι αυτή η θέση τούς καθιστά οπαδούς των μνημονίων. Αλλωστε οι αυτοανακηρυχθέντες «αντιμνημονιακοί» δεν είναι αθώοι του αίματος τούτου. Οι διαφωνίες ως προς την επιτυχή διαπραγμάτευση δεν χωρίζουν σε «μνημονιακούς» και «αντιμνημονικούς», πρόκειται απλώς για συμπολιτευόμενους και αντιπολιτευόμενους.
Συνεπώς ο «μνημονιακός διχασμός» είναι ένα (επικίνδυνο) ρητορικό εφεύρημα του Σύριζα, για τον διαχωρισμό του εκλογικού σώματος εις δύο με την ελπίδα να παρασύρει μεγαλύτερο τμήμα του. Οπως πολύ σωστά παρατηρεί ο κ. Δρυμιώτης, αν «αντιμνημονιακοί» υπήρξαν οι καταψηφίσαντες το Α΄ Μνημόνιο, διότι θεωρούσαν ότι «υπήρχαν και άλλες λύσεις», ο κ. Σαμαράς θα έπρεπε να θεωρηθεί συνοδοιπόρος του κ. Τσίπρα, έστω και μόνο για το Α΄ Μνημόνιο.

Δυστυχώς ο ελληνικός λαός έχει ζήσει πολλούς διχασμούς στην πρόσφατη ιστορία του. Π.χ. σε βενιζελικούς – αντιβενιζελικούς ή βασιλόφρονες – αντιβασιλικούς, σε εαμοβούλγαρους – εθνικιστές την εμφυλιοπολεμική περίοδο, ακόμα και (σε πολύ ηπιότερη μορφή) σε καραμανλικούς – αντικαραμανλικούς. Η ανάσυρση των σκελετών αυτών από το ντουλάπι της Ιστορίας για πρόσκαιρες εκλογικές σκοπιμότητες έχει –ευτυχώς– αποτύχει να αναστήσει τον εμφυλιοπολεμικό διχασμό, που ας ελπίσουμε ότι ήταν ο τελευταίος. Ας πιστέψουμε ότι οι μόνοι υπάρχοντες διχασμοί των Ελλήνων είναι σε ψηλούς και κοντούς, φαλακρούς και «κάρη κομόωντες», μαλλιάδες, έστω και σε Ολυμπιακούς και Παναθηναϊκούς. Πλέον ου. Εκτός αν θεωρήσουμε ότι οι καταμαρτυρούμενοι λανθασμένοι κυβερνητικοί χειρισμοί στη μάχη κατά του κορωνοϊού ή στην καθιέρωση του υποχρεωτικού εμβολιασμού μας διχάζουν σε οπαδούς και αντιπάλους της πανδημίας ή του κατ’ αυτής εμβολίου.