ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Πώς να ξεχάσεις τόση καλοσύνη;

Κύριε διευθυντά
Το πρωί ξεκίνησε στο Λιβάδι, κάτω από το αρμυρίκι και θέα το μικροκυκλαδίτικο μπλε. Ολα έδειχναν ότι θα ήταν μια ακόμα ωραία μέρα – ξεγνοιασιά, αμμόλοφοι, θάλασσα, αστέρια. Η τελευταία στιγμή ηρεμίας που θυμάμαι είναι το προηγούμενο βράδυ, 12 Αυγούστου, με τις φίλες μου, δίπλα στα καΐκια να τραγουδάμε τον Κεμάλ και τον κόσμο που δεν αλλάζει ποτέ. Δεν ήξερα τότε, ότι με ένα από αυτά τα καΐκια την επομένη θα ξεκινούσα το ταξίδι της φρίκης για Νάξο. Και μετά για Πειραιά.

13η Αυγούστου  του 2016, χάσαμε τη μητέρα μου. Το κείμενο αυτό δεν έχει σκοπό να μιλήσει για τον χαμό της, το χάος που προκάλεσε και την υπεράνθρωπη προσπάθεια που έκαναν η μητέρα της, ο άνδρας, τα παιδιά και οι καλοί της φίλοι να μάθουν να ζουν με αυτό το κενό, που ακόμα μοιάζει άβυσσος. Στόχος του, στόχος μου, είναι να δώσω ζωή σε μια ανάμνηση που μέχρι σήμερα ζει μόνο στη δική μου μνήμη. Μια ανάμνηση που αξίζει να μοιραστεί, τόσο γιατί αποκαλύπτει πτυχές ζεστής, νησιώτικης ανθρωπιάς, όσο γιατί είναι ο τρόπος μου να ευχαριστήσω τους ευγενείς ξένους, η καλοσύνη των οποίων έριξε λίγο φως στο μαύρο (ελπίζω να το διαβάσουν). 

Ηταν μεσημέρι όταν συνέβη – και από την «Πέρα» ταβέρνα στην Ηρακλειά, έπρεπε να μεταφερθώ στην Αθήνα, στους δικούς μου. Ηταν οι μέρες που είχε ξεκινήσει το μελτέμι για τα καλά. 8-9 μποφόρ και απαγορευτικό. Εδώ ξεκινάει η ιστορία. Η ιστορία όπου ο Πέτρος από την ταβέρνα με κάθισε σε ένα τραπέζι ακριανό και προσπαθούσε να μου βρει τρόπο να φτάσω στον Καλαντό της Νάξου. Ο οδηγός του μικρού ΚΤΕΛ με τη χαρούμενη, νησιώτικη μουσική ήρθε, με χάιδεψε στην πλάτη και συμβούλευε τον κόσμο γύρω μου να με αφήσει να ηρεμήσω. Δεν ξέρω ακριβώς ποιος έκανε τι. Πάντως μέσα σε λίγες ώρες ένας καπετάνιος πήρε το ρίσκο να διασχίσει την αφρισμένη θάλασσα  και να μας περάσει απέναντι με το καΐκι του (ένα μπλε, μεγάλο, αν θυμάμαι καλά). Ενας κύριος, μεγάλος άνθρωπος, μου έδωσε 100 ευρώ για τα έξοδα του ταξιδιού – δεν έμοιαζε να του περίσσευαν. Προσπαθώντας να τα δώσω πίσω, μου είπε με γυαλιστερά μάτια: «Παιδί μου, έχω χάσει και εγώ τους γονείς μου». Το καΐκι κουνούσε πολύ –έτσι μου είπαν– και όταν φτάσαμε στον Καλαντό βρήκαμε ένα ταξί να μας περιμένει για τη χώρα (μιάμιση ώρα διαδρομή μέσα από τα άγρια βουνά της Νάξου). Στη χώρα κάποιος μας είχε δώσει το διαμέρισμά του για το βράδυ. Το πλοίο για Πειραιά έφευγε το πρωί.

Δεν ξέρω ποιος έκανε τι, αλλά μέχρι σήμερα, πέντε χρόνια μετά, ο τρόπος με τον οποίο κατάφερα να φτάσω με τις δύο φίλες μου στην Αθήνα με γεμίζει ζεστασιά και ευγνωμοσύνη. Συγκίνηση για την καλοσύνη των ξένων – για τις μικρές αυτές, αθόρυβες, ανώνυμες ευγενείς πράξεις. Σας ευχαριστώ. Σας θυμάμαι. 

ΥΓ.: Αν τύχει κάποιος που διαβάσει αυτό το κείμενο να είναι στην Ηρακλειά ή να γνωρίζει κάποιον εκεί, παρακαλώ προσπαθήστε να το μεταφέρετε όπου μπορείτε, ώστε να διαβαστεί και από τους ανθρώπους της ιστορίας.