ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Οι πανεπιστημιακοί και τα «αμελή» ΑΕΙ

Κύριε διευθυντά
Με μεγάλη «οπαδική» ικανοποίηση είδα στην «Καθημερινή» να συνεχίζεται εν συγχορδία η καταδίκη του απαράδεκτου χειρισμού των απλήρωτων εισφορών των πανεπιστημιακών, χωρίς όμως να γίνεται επαρκής λόγος για την ευθύνη των πανεπιστημίων, τα οποία αποτελούν τον πυρήνα της συνολικής πανίσχυρης και απυρόβλητης ωφελουμένης συντεχνίας. Εντύπωση προκαλεί η εκτεταμένη συζήτηση περί της ορθότητος της επιβολής εισφοράς επί των αμοιβών των πανεπιστημιακών εξ ελευθερίου επαγγέλματος, του τι γίνεται αλλού και της νομοθετικής της σκοπιμότητας. Εξ όσων γνωρίζω, όπως όλοι, οι συζητήσεις αυτές προηγούνται της θέσπισης ενός νόμου και μετά απ’ αυτήν μπορούν να συνεχισθούν σε επιστημονικά περιοδικά σχετικά με αλλαγή του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν οδηγούν σε απαλλαγή από την εκτέλεση των εξ αυτού υποχρεώσεων για τους υποχρέους ή τη μη τήρησή του για τους εντεταλμένους την εφαρμογή του. Η εφαρμογή και τήρηση των νόμων δεν συναρτάται με τη συμφωνία ή τη συναίνεση των πολιτών. Dura lex sed lex.

Συνεπώς, οι παραλείψαντες την καταβολή της εισφοράς πανεπιστημιακοί και τα αμελήσαντα την είσπραξή της πανεπιστήμια παρέβησαν ισχύοντα νόμο και πλέον ου. Αντ’ αυτού (και εκ του πονηρού;) περί πολλά τυρβάζομεν, ενώ ενός εστί χρεία (κατά Λουκάν Ι, 41), της εφαρμογής και τηρήσεως ισχύοντος νόμου. Ο νόμος εφαρμόζεται έναντι πάντων και οι πάντες οφείλουν να συμμορφούνται με τις σχετικές υποχρεώσεις τους. «Κακοπληρωτές» νόμιμων υποχρεώσεων και ελαστικότης περί την είσπραξη δεν νοούνται παρά μόνο στο πλαίσιο ρουσφετιού. Τα πανεπιστήμια, πλην άλλων, αδίκησαν και τους νομοταγείς και ευσυνείδητους πανεπιστημιακούς, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμα φορά ότι τους θεωρούν και αποτελούν, φευ, όχι απλώς μειοψηφία αλλά ξένο σώμα στην κυριαρχούσα αδίστακτη συντεχνία. Ομολογώ, ότι ελπίζω το ερευνητικό ρεπορτάζ θα μας πληροφορήσει αν υπάρχουν απαλλαγέντες οφειλέτες μεταξύ των νομοθετησάντων την απαλλαγή τους. (Π. Μανδραβέλη «Και χρέη χαρίζει η κυβέρνηση», «Καθημερινή», 6-8-2021). Προσωπικώς πιστεύω ότι η υπουργός Παδείας παρασύρθηκε, ως μη έδει, από –ενδεχομένως ανεπίγνωστη– συντεχνιακή αλληλεγγύη (δευτέρας γενεάς). Δεν είμαι βέβαιος, όπως και πολλοί άλλοι, ότι το σφάλμα θα της συγχωρηθεί από τους ψηφοφόρους. Κρίμα.

O έτερος συνεργάτης σας κ. Σάκης Μουμτζής («Καθημερινή» της Κυριακής, 8-8-2021, «Τα royalties των ΑΕΙ») μετέχοντας στην πρωθύστερη θεωρητική συζήτηση για τους σκοπούς και τη ratio legis ισχύοντος νόμου αξιολογεί τον νόμο του 1997, που εισήγαγε την εισφορά των πανεπιστημιακών επί των αμοιβών τους εκ της ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος, ως αντίτιμο για τη «χρήση του τίτλου του πανεπιστημιακού», την οποία εδικαιούντο ως επιβράβευση αριστείας. Η πραγματικότητα είναι, νομίζω, πολύ απλούστερη. Οι καθηγηταί των ΑΕΙ κατά το άρθρο 16.5 του Συντάγματος είναι δημόσιοι υπάλληλοι (λειτουργοί επί το μεγαλοπρεπέστερον), στους οποίους δεν επιτρέπεται η άσκηση και άλλου επαγγέλματος. Γι’ αυτό οι καθηγηταί των δημοσίων σχολείων δεν δικαιούνται να παραδίδουν μαθήματα (νομίμως) ή να διδάσκουν σε φροντιστήρια.

Ο καθηγητής κ. Χαρίδημος Τσούκας στο άρθρο του με τίτλο «Δεν πληρώνεις; Σ’ τα χαρίζουμε», στην ίδια «Καθημερινή» της Κυριακής (8-8-2021) ξεκινάει με την υπόθεση ότι «ένας δημόσιος οργανισμός καλείται να εφαρμόσει μια νομοθετική ρύθμιση, η οποία περιλαμβάνει την υποχρεωτική καταβολή ετήσιου τέλους από μια κατηγορία μελών(!) του». Σε αυτή την περίπτωση ο κ. Τσούκας θεωρεί ότι «ο υπόχρεος (της υποχρεωτικής καταβολής) έχει δύο επιλογές, να το πληρώσει ή να μην το πληρώσει. Ο οργανισμός έχει επίσης δύο επιλογές, να επιβάλει κυρώσεις στους αρνητές ή όχι». Μάλιστα ο οργανισμός μπορεί να «επιλέξει τη στρατηγική του κατευνασμού», διότι έτσι «πείθονται οι πολίτες να τηρούν τον νόμο».

Στα απλά νομικά που μάθαμε κάποτε, κάθε πολίτης (και κάθε άνθρωπος) όντως έχει δύο επιλογές, να τηρήσει τον (κάθε) νόμο ή να τον παραβεί, στη δεύτερη περίπτωση υφιστάμενος ή διακινδυνεύων να υποστεί τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Προφανώς οι πανεπιστημιακοί προκρίνουν να ακολουθήσουν το προηγούμενο των φυγόστρατων, αυθαιρετούχων και καταληψιών που αναφέρονται ως αξιομίμητα παραδείγματα, ελπίζοντας ότι θα είναι μεταξύ των παραβατών που διαφεύγουν και μη ενοχλούμενοι από την ηθική απαξία της παρανομίας τους. Η ανενδοίαστη υπερασπιστική γραμμή της συμπεριφοράς αυτής είναι ότι αποτελεί «λειτουργική αρχή των Νεοελλήνων» (παραγωγής τους) που πρεσβεύουν το δόγμα «κάνω ό,τι γουστάρω». Αυτούς τους πανεπιστημιακούς (παραλείπω το «διδασκάλους» γιατί τρομάζω) επέλεξε η πολιτεία να επιβραβεύσει με δημόσιο χρήμα των φορολογουμένων, περιλαμβανομένων των ευσυνειδήτων και νομοταγών συναδέλφων τους, που έχουν καταβάλει τις εισφορές τους.

Ο κ. Τσούκας είχε διαφωνήσει με την αρχική χαριστική (των 2/3) ρύθμιση του πανεπιστημιακού κ. Γαβρόγλου και θεωρεί (ορθότατα) γελοία τη δικαιολογία της κ. Κεραμέως περί αδυναμίας εισπράξεως των οφειλομένων.

Μπορεί να ελπίσει κανείς ότι υπάρχει περιθώριο νομοθετικής ανακλήσεως της δωρεάς; «Μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς…» …«δεν έχει πλοίο για σε δεν έχει οδό…» (Καβάφης).