ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η συγκλονιστική ιστορία της Πατ

Κύριε διευθυντά
Η Σύλβια Ιωαννίδου-Αποστολίδου είχε έντονη αντιστασιακή δράση, την περίοδο της Κατοχής, στην Αθήνα με το ψευδώνυμο Πατ, συνεργαζόμενη με τους Βρετανούς Βob και Sheppard.

Περί τα μέσα Μαΐου 1944 την ειδοποίησε κάποιος που εργαζόταν στη γερμανική υπηρεσία GFP (Geheime Feld Polizei), ότι είχαν εντοπίσει μια κοπέλα ονόματι Πατ και ότι, αν την έβρισκαν, θα μπορούσαν να εξαρθρώσουν τη βρετανική αποστολή στην Αθήνα. Η GFP ήταν μια υπηρεσία αντικατασκοπείας.

Η Πατ το ανέφερε αμέσως στους Bob και Sheppard και τους ζήτησε να τη φυγαδεύσουν στο Κάιρο, πλην όμως εκείνοι την αγνόησαν. Τότε η Πατ απευθύνθηκε σε άλλους αντιστασιακούς και τελικά βρήκε μέσο για να φύγει το Σάββατο 24 Ιουνίου.

Δυστυχώς τη συνέλαβαν οι Γερμανοί το ίδιο πρωί μαζί με τους γονείς της και τον Σταμάτη Μεταλληνό, σύζυγο της οικιακής τους βοηθού. Τους πήγαν στην GFP και την ανέκριναν επί 21 ώρες συνεχώς, χωρίς νερό και φαγητό. Οταν ζήτησε λίγο νερό, της έδωσαν ένα κύπελλο με μαύρο νερό, σαν λάσπη. Την έκλεισαν τελικά στις φυλακές Αβέρωφ, στην απομόνωση, στο μπλοκ Β. Στην ίδια φυλακή πήγαν και τη μητέρα της. Ηταν οι μόνες γυναίκες κρατούμενες στου Αβέρωφ. Επί ένα μήνα την ανέκριναν σχεδόν κάθε μέρα. Αρχισε να έχει παραισθήσεις. Την κατηγορούσαν διάφοροι μάρτυρες ότι αυτή ήταν η Πατ, ενώ άλλοι έλεγαν ότι δεν ήταν αυτή. Πρόσεξε ότι ο ανακριτής, ονόματι Roeder, Αυστριακός, έλεγε στους μάρτυρες: «Οποιος από εσάς λέει ψέματα θα εκτελεστεί». Αυτό της είχε κάνει εντύπωση. Ολοι οι συγκρατούμενοί της που άκουσαν ότι ο Roeder ήταν ο ανακριτής, της έλεγαν: «Από αυτόν δεν γλίτωσε κανείς. Ολοι εκτελέστηκαν».

Είχαν βρεθεί ορισμένα ενοχοποιητικά στοιχεία στην ντουλάπα της μητέρας της, ξεχασμένα εκεί από καιρό. Τελικά κατηγορήθηκε ότι αυτή ήταν η Πατ, το κορίτσι που έψαχναν, ότι ανήκε σε μια ομάδα σαμποτέρ, ότι ήταν σύνδεσμος και διερμηνέας μεταξύ της βρετανικής αποστολής και των Ελλήνων και ότι είχε αποθηκευμένα εκρηκτικά τα οποία διακινούσε. Της έδειξαν μια λίστα με ονόματα Ελλήνων, από τους οποίους ήξερε τους περισσότερους.

Αρνήθηκε τα πάντα. Ο αδελφός της ο Ανδρέας κατάλαβε ότι μόνο με χρήματα θα μπορούσε να τους σώσει. Ηρθε σε επαφή με τον Sheppard, που τον εξουσιοδότησε να δανειστεί τριακόσιες χρυσές λίρες από τον Γκέρτσο, οικογενειακό τους φίλο, για να δώσει αμέσως εκατόν πενήντα λίρες στην GFP και τις υπόλοιπες στα SS ως εξής: τις είκοσι θα τις κατέβαλε αμέσως και τις υπόλοιπες εκατόν τριάντα όταν θα αποφυλακίζονταν όλοι τους. Ενάμιση μήνα μετά τη σύλληψή τους, οι γονείς της Πατ και ο Μεταλληνός αποφυλακίστηκαν. Η Πατ πέρασε στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε θάνατο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1944, που οδηγήθηκαν για εκτέλεση πολλοί γενναίοι άντρες και γυναίκες, η Πατ βρέθηκε στο ίδιο καμιόνι με τη Λέλα Καραγιάννη. Οταν έφτασαν στο Δαφνί, τον τόπο της εκτέλεσης, οι στρατιώτες άρχιζαν να τους κατεβάζουν από τα καμιόνια. Τότε ειδοποιήθηκε ο επικεφαλής αξιωματικός του αποσπάσματος να επιστρέψει αμέσως η Σύλβια Αποστολίδου στα γραφεία της οδού Μέρλιν για συμπληρωματική ανάκριση. Ηταν η πρώτη φορά που έπαιρναν κάποιον από τον τόπο της εκτέλεσης για συμπληρωματική ανάκριση. Η Πατ μεταφέρθηκε από την οδό Μέρλιν στις γυναικείες φυλακές απέναντι από το μαιευτήριο Ελενα, από όπου αποφυλακίστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1944 ύστερα από δύο εφιαλτικές εβδομάδες. Η Πατ διαισθανόταν ότι ο απροσδόκητος σωτήρας της ήταν ο ανακριτής της. Είχε το θάρρος να πάει να τον επισκεφθεί στο γραφείο του και να του δώσει ένα μικρό δώρο. Ο Roeder αρνήθηκε το δώρο αλλά της είπε: – I know how Pat is, you know who Pat is. But we are still looking for Pat. When I look at you, I can see the twin sister of my daughter. «Ξέρω ποια είναι η Πατ, ξέρεις ποια είναι η Πατ. Αλλά ακόμη ψάχνουμε την Πατ. Οταν σε κοιτάζω, βλέπω τη δίδυμη αδελφή της κόρης μου»…

Ετσι λύθηκε το μυστήριο. Η Πατ έμοιαζε καταπληκτικά με την κόρη του.