ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Γιατί «διαγράφουν» την ταυτότητά τους;

Κύριε διευθυντά
Στη σκοτεινή εποχή της χούντας οι γονείς μας τύλιγαν, σαν τον μπακαλιάρο, την εφημερίδα που αγόραζαν μέσα σε μια χουντική φυλλάδα. Φοβούνταν: τον περιπτερά, τον χωροφύλακα, τον γείτονα. Και δικαιολογημένα, γιατί οι περισσότεροι δεν είχαν τη στόφα του αντιστασιακού: μπορούσαν να χάσουν τη δουλειά τους, να βρεθούν ξαφνικά στο αστυνομικό τμήμα ή να χτυπήσει η εξώπορτα τα χαράματα και να μην είναι ο γαλατάς.

Αλλά σήμερα, στο λαμπρό καταμεσήμερο της δημοκρατίας, γιατί φοβόμαστε; Γιατί, λόγου χάρη, τόσος κόσμος που στέλνει σχόλια στους ραδιοφωνικούς σταθμούς προσθέτει «για ευνόητους λόγους, παρακαλώ να μην αναφερθεί το όνομά μου», ακόμη και όταν πρόκειται για μια ήπια άποψη; Τι ακριβώς είναι αυτό που μας τρομοκρατεί; Μια σκέψη είναι ότι φταίνε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία μπορεί να ενσκήψουν με φοβερή εκδικητική μανία, προκειμένου να ευνουχίσουν –για οτιδήποτε, ακόμη και για το πιο ασήμαντο– τους διαφωνούντες. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και με αυτόν τον τρόπο, «καταστρέφουν τη δημοκρατία», όπως δήλωσε στην «Κ» πριν από λίγες μέρες η Μαρία Ρέσα, που μοιράστηκε το φετινό βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. 

Δεν μπορούμε όμως να τα ρίξουμε όλα στα «σόσιαλ»· το πρόβλημα σίγουρα έχει βαθύτερες ρίζες. Και είναι απορίας άξιον ότι για ένα τόσο θεμελιώδες θέμα ο δημόσιος διάλογος –που καταγίνεται μ’ ένα σωρό πτυχές της ελευθερίας του λόγου– παραμένει ακόμη βουβός.