ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Το πρώτο (και τελευταίο) τσιγάρο της ζωής μου, το ξύλινο όπλο και η ανεξίτηλη ουλή

Το πρώτο (και τελευταίο) τσιγάρο της ζωής μου, το ξύλινο όπλο και η ανεξίτηλη ουλή

Κύριε διευθυντά 
Περί τα μέσα Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί έφυγαν από την περιοχή του χωριού μου (Μαλακάσι Καλαμπάκας). Οι καμπάνες όλων των εκκλησιών του χωριού χτυπούσαν επί ώρες χαρμόσυνα και πανηγυρικά. Από το βράδυ εκείνης της ημέρας άρχισαν τρελά γλέντια στο καφενείο του μπαρμπα-Νίκου Παπακυριάκου, που συνεχίστηκαν για πολλές ημέρες. Τα κλαρίνα του Γιάννη Ντόκου και του Κώστα Δημητρούλα αντιλαλούσαν στα γύρω βουνά τη χαρά της λευτεριάς. Τη χαρμόσυνη εκείνη ημέρα έφυγα πρωί πρωί από το σπίτι και πήγα στο εγκαταλελειμμένο υδροπρίονο του Λάππα, στο ρέμα Λαύρων, με σκοπό να βρω ένα κατάλληλο σανίδι, με το οποίο να κατασκευάσω ομοίωμα όπλου, καθότι ήμουνα Αετόπουλο. 

Εκεί συνάντησα και άλλα μεγαλύτερα παιδιά (εγώ ήμουνα 9 1/2 ετών) από τη γειτονιά των σιδηρουργών-οργανοπαικτών. Θυμάμαι τα αδέλφια Μάντζιου. Αυτοί αναζητούσαν μαδέρια για να στηρίξουν έναν ετοιμόρροπο αχυρώνα τους. Βρήκα το σανίδι που χρειαζόμουνα και όλοι μαζί ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Οταν βγάλαμε τον ανήφορο σταματήσαμε, γιατί οι μεγάλοι έπρεπε να κάνουν τσιγάρο! Από καπνό χοντροκομμένο, που είχαν χύμα στις τσέπες τους μαζί με εφημεριδόχαρτα, έστριψαν με άνεση επαγγελματία τα τσιγάρα τους και το ντουμάνι άρχισε ν’ ανεβαίνει πάνω από τα κεφάλια μας. Πρόσφεραν και σ’ εμένα ένα τσιγάρο, γιατί όπως μου είπαν, κάποτε θα το δοκίμαζα… Με συμβούλευσαν να μη βιαστώ να το τελειώσω, ενώ αυτοί ένας ένας σηκώνονταν κι έφευγαν. Αποκοιμήθηκα δίχως να το καταλάβω και όταν ξύπνησα δεν είδα κανέναν γύρω μου. Δεν αποκλείεται τα τσιγάρα μας να ήταν από κάνναβη. Οι νεαροί έκαναν την πλάκα τους με τον «μικρό», αλλά εγώ φοβήθηκα. Με το σανίδι «ανά χείρας» γύρισα τρέχοντας στο σπίτι. Κράτησα το πάθημά μου μυστικό επί χρόνια. Αυτό ήταν το μοναδικό τσιγάρο που έχω καπνίσει στη ζωή μου.

Το απόγευμα της ίδιας εκείνης γιορτινής ημέρας πήγα στην πίσω αυλή της οικογένειας Τραγάνη και με πολύ καμάρι έδειξα στους φίλους μου Γιάννη και Θεόφιλο Τραγάνη το ωραίο σανίδι που κρατούσα. Ζήτησα να ψάξουν στα εργαλεία του πατέρα τους και να μου βρουν ένα κοφτερό σκεπάρνι, με το οποίο να διαμορφώσω το σανίδι σε ομοίωμα όπλου. Μαζί ψάξαμε και βρήκαμε ένα, πράγματι, κοφτερό σκεπάρνι. Για να το δοκιμάσω, πήρα ένα κομμάτι ξύλο στο αριστερό μου χέρι και άρχισα να το πελεκώ. Επειδή το ξύλο δεν εξείχε πολύ από τη χούφτα μου, σε μια από τις δοκιμές μου να το πελεκήσω, η γωνία από το κοφτερό εργαλείο χώθηκε βαθιά μέσα στην αριστερή μου παλάμη. Παράτησα ξύλο και σκεπάρνι και με το δεξιό μου χέρι έσφιγγα τον αριστερό μου καρπό για να σταματήσω την αιμορραγία. Ο Γιάννης έβγαλε από τη μέση του τη δερμάτινη ζώνη και άρχισε να την ξύνει με ένα κοφτερό μαχαίρι. Τα ξέσματα από τη ζώνη του φίλου μου τα τοποθέτησα στην πληγή ως αιμοστατικό. Η κατασκευή ομοιώματος όπλου από το τότε Αετόπουλο αναβλήθηκε για μερικές εβδομάδες. Μέχρι σήμερα υπάρχει στην αριστερή μου παλάμη και κάτω από τον αντίχειρα, ανεξίτηλη η ουλή από εκείνον τον ακούσιο αυτοτραυματισμό μου. Αυτοτραυματισμούς είχα και άλλους. Ομως, το τσιγάρο εκείνης της ημέρας παραμένει ακόμα το μοναδικό μου.