Ο «ανασκολοπισμός» αρχαίων έργων

Ο «ανασκολοπισμός» αρχαίων έργων

Κύριε διευθυντά

Η «Κ» δηµοσίευσε µακροσκελή απάντηση της κυρίας Κατερίνας Ευαγγελάτου στην κριτική που ασκήθηκε για το φιάσκο των παραστάσεων «Σφήκες» και «Μήδεια». Θεµέλιο της προσέγγισής της είναι το στερεότυπο ότι επιδίωξη δεν είναι «η µουσειακή αναπαράσταση µιας εικασίας για το πώς ήταν κάποτε η µορφή αυτών των έργων».

Το παλαιό αυτό κλισέ ανασύρεται τακτικά για να εξηγήσει τους ανασκολοπισμούς της αρχαίας δραματουργίας, αλλά είναι ψευδές. Η πραγματική πρόθεση των εκμεταλλευτών της διαχρονικής πνευματικής αξίας της ομολογείται αμέσως μετά: «Το κείμενο αποτελεί εργαλείο στα χέρια του σκηνοθέτη … αυτονομείται ερμηνευτικά… Ο σκηνοθέτης οφείλει να εργάζεται απελευθερωμένος»!

Οι τακτικοί θεατές της Επιδαύρου δεν επιζητούν στερεότυπες τελετουργικές αναπαραστάσεις. Χειροκρότησαν την άριστη ελληνορωσική παραγωγή του «Οιδίποδα Τυράννου» και τον συγκλονιστικό «Ριχάρδο τον Τρίτο» του Κέβιν Σπέισι*. Δεν ήταν, ούτε η μία ούτε η άλλη, στερεότυπες αναπαραγωγές του αρχαίου ή του ελισαβετιανού θεάτρου.

Ομως δεν εξοβέλιζαν τον ποιητή, τον συγγραφέα και το κείμενο, που επιζεί έως τις μέρες μας σε αξιοθαύμαστη γλωσσική συνέχεια και στις δύο περιπτώσεις.

Η ψευδεπίγραφη «Μήδεια» που παρακολούθησα ήταν ένα μακρύ, φωνακλάδικο, άναρθρο αμάλγαμα διαρκών αποσπασματικών επαναλήψεων, με κάθε λογής ασύνδετες μνείες.

Κάπου στα φλύαρα κείμενα ίσως να υπήρχαν λεηλατημένα ψήγματα του κειμένου του Ευριπίδη, ως άλλοθι. Δεν νομίζω ότι η μεγάλη πλειοψηφία του πολυπληθούς ακροατηρίου χάρηκε την παράσταση ή αποκόμισε κάτι. Φοβούμαι ότι πολλοί χειροκρότησαν επειδή θεωρούσαν αυτονόητο το να μην έχουν καταλάβει.

Προ ετών είχα παρακολουθήσει με προσδοκία τους «Ορνιθες», το ποιητικό αυτό παραμύθι του Αριστοφάνη, σε πολυδιαφημισμένη σκηνοθεσία Καραθάνου. Βρέθηκα σε μια εξυπνακίστικη συσσώρευση ασύνδετων εφέ που κατέληξαν σε γυμνόστηθη τουρτομαχία βουλεβάρτου (όλο το κοίλον μύριζε σοκολάτα!). Θα όφειλε ο «σκηνοθέτης» να είχε δώσει περισσότερη σκέψη: στο παρελθόν, προσωπικότητες με παιδεία, ταλέντο και ευαισθησία ανανέωσαν το έργο αυτό του Αριστοφάνη κατά τρόπο που δεν ξεχνούμε ακόμα, μισό αιώνα μετά.

Δεν είναι δυνατό η εμβληματική Επίδαυρος να είναι στα χέρια παρεΐστικων αντιλήψεων.

Ο Γιώργος Λούκος, που προσπάθησε να εμπλουτίσει τον θεσμό ουσιαστικά, ταλαιπωρήθηκε και διασύρθηκε άδικα από επαρχιακές διασυνδέσεις και συντεχνιακά συμφέροντα.

Ορθώς ο αρθρογράφος σας κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος ζητά ωριμότερη σκέψη για το ζητούμενο.

Το ύφος της απάντησης της κυρίας Ευαγγελάτου μας ζητά «να πάρουμε απόφαση ότι η Επίδαυρος έχει αλλάξει». Εστω, μολονότι ασκεί ένα πρόσκαιρο δημόσιο λειτούργημα και το έργο της θα κριθεί στο τέλος. Εως τότε, όμως, ας καθιστά σαφές ότι οι παραγωγές αυτού του είδους δεν θα φέρουν ούτε το όνομα του αρχαίου έργου ούτε του αρχαίου ποιητή που το έγραψε. Ας σεβαστούν οι «σκηνοθέτες» τα πνευματικά δικαιώματα του Ευριπίδη, του Σοφοκλή, του Αριστοφάνη, όλων. Και αν είναι νομικώς ανύπαρκτα, ισχύουν πάντα χάρη στο ηθικό βάρος της παγκόσμιας προσφοράς τους.

* To 2016, συνεργασία Εθνικού/Βαγκχτάνγκοφ επί Λιβαθινού. Το 2011, στο πλαίσιο του Bridge Project.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή