ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η δύναμη του έθνους

Η δύναμη του έθνους

Κύριε διευθυντά
Η ημερολογιακή περίοδος που διανύουμε, όπως διαπιστώνεται με μια πρόχειρη αναδρομή σε παλαιότερα, άλλοτε σαν σημερινά, πρωτοσέλιδα, αποτελεί κάθε χρόνο μια γεμάτη πολιτική ατζέντα για τη λήψη κρίσιμων πάντα αποφάσεων. Κυρίαρχο μονίμως ζήτημα η πολύπλευρη κρίση, με επακόλουθη συνεπώς την αναφορά στη φύση του ελληνικού οικονομικού προβλήματος, τη διαμάχη για το πώς δημιουργήθηκε, και στο επίκεντρο ο ελληνικός λαός, να περιέρχεται σε μια συνεχή κατάσταση αμφισβήτησης. Είτε αυτή έρχεται έξωθεν από τους Eυρωπαίους εταίρους μας είτε προκαλείται εκ των έσω, στο πλαίσιο της γενικότερης δυσφορίας και δυσχέρειας που υφίσταται, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ειδικότερα μια πολιτισμική  κρίση.

Δεν δέχομαι να αυτοχαρακτηριζόμαστε αρνητικά ως λαός. Πιστεύω στη δύναμη ενός έθνους που έχει να προσφέρει μια πολύτιμη Ιστορία στην παγκόσμια κοινότητα, πολύπειρο και πολυδοκιμασμένο. Δέχομαι την αυτοκριτική και την αμφιβολία, αλλά όταν οι ίδιοι αντιμετωπίζουμε τη σημερινή κρίσιμη εθνική κατάσταση, καθείς μεμονωμένα νωχελικά και ματαιόδοξα, τότε χάνουμε κάτι από τη φυσιογνωμία μας, την εθνική μας ταυτότητα, το ταμπεραμέντο μας, μέρα με την ημέρα. Η δύναμη της συνήθειας είναι τρομερή. Απομακρυνόμαστε από την έννοια του ήθους, το οποίο τόσο εύστοχα προ χιλιάδων χρόνων ο Αριστοτέλης είχε ορίσει ότι είναι εκ του έθους αποκτώμενο. «Eξις δευτέρα φύσις» λοιπόν, και μένει να αποφασίσουμε εμείς, προσωπικά κατ’ αρχήν και συλλογικά εν συνεχεία, ποιοι παράγοντες επιτρέπουμε να επιδρούν αρνητικά σε μας και αν επιδρούμε δυναμικά με τη σειρά μας πάνω τους.

Γ. Ντοβας

Φοιτητής Νομικής ΔΠΘ

Περί διδασκαλίας των ομοτίμων στα ΑΕΙ

Κύριε διευθυντά
Στην «Καθημερινή» της 20-9-2014 πληροφορηθήκαμε ότι, λόγω της οικονομικής αδυναμίας προσλήψεως επιστημόνων στα ΑΕΙ της χώρας, το υπουργείο Παιδείας είχε τη φαεινή ιδέα να… επιστρατεύσει τους αφυπηρετήσαντες ομότιμους καθηγητές να αναλάβουν τη διδασκαλία προπτυχιακών μαθημάτων.

Πρόκειται –ας μας συγχωρηθεί η οξύτητα της έκφρασης– για άλλο ένα λιθαράκι στην «ταφόπλακα» επί της ελπίδας δεκάδων φερέλπιδων νέων ερευνητών να αναλάβουν διδακτικά καθήκοντα στα πανεπιστήμια της χώρας, βλέποντας να δικαιώνεται η πολύχρονη επιστημονική τους προσπάθεια. Πρόκειται επίσης για καινοφανές παράδοξο, που ενδέχεται να λειτουργήσει και ως τροχοπέδη στην προσήκουσα εξέλιξη της επιστήμης. Παράδοξο, διότι καθιερώνεται η «μετά εργασίας συνταξιοδότηση» για πρώτη μάλλον φορά στα επιστημονικά χρονικά (ευτυχώς, στον βαθμό που είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από σχετικά δημοσιεύματα, οι πρυτάνεις των ελληνικών πανεπιστημίων απορρίπτουν, στην πλειονότητά τους, αυτή την παραδοξότητα). Τροχοπέδη, γιατί η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων σε κάθε σοβαρό ανώτατο εκπαιδευτικό σύστημα έγκειται στη διαδοχή, με τα χρόνια, των παλαιότερων από νεότερους, οι οποίοι –ακόμη και αν δεν διαθέτουν την εμπειρία των προκατόχων τους– έχουν, πάντως, συνήθως, μεγαλύτερη όρεξη για διδασκαλία, καινούργιες ιδέες και το δικό τους, συχνά πρωτότυπο, ερευνητικό ιδεώδες. Δυστυχώς, όμως, φαίνεται ότι στην Ελλάδα η φυσική αυτή διαδικασία εναλλαγής των γενεών ουδόλως απασχολεί τα αρμόδια θεσμικά όργανα (υπουργείο), που με τις δήθεν «πρωτότυπες» ιδέες τους συντηρούν ουσιαστικά κάποιες από τις πιο παρωχημένες αντιλήψεις που χαρακτηρίζουν τη νεοελληνική ανθρωπολογία: Μια ανθρωπολογία που υποστηρίζει ακόμη την επετηρίδα, την προτίμηση του ηλικιακώς μεγαλύτερου έναντι του αρίστου για θέσεις ΔΕΠ κ.λπ.

Πρόκειται, τέλος, για εντελώς μονόπλευρη σύλληψη του πανεπιστημίου από πλευράς υπουργείου Παιδείας, η οποία ξενίζει: Το πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο χώρος φοίτησης αλλά και χώρος εργασίας. Δεν προσβλέπουν σε αυτό μόνον υποψήφιοι διδασκόμενοι αλλά και υποψήφιοι διδάσκοντες. Οι τελευταίοι πλήττονται εδώ και χρόνια από μια άνευ προηγουμένου ανεργία και βιοπορίζονται μέσω άλλων εργασιών, επειδή το όνειρο της ακαδημαϊκής καριέρας στη χώρα τους (την οποία ορισμένοι σε πείσμα της «κρίσης» αρνούνται να εγκαταλείψουν!) αργοσβήνει λόγω μη προκήρυξης θέσεων. Στο μεταξύ, όσο η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα απαγορεύεται, ενώ παράλληλα συντηρούνται νόμιμες μεν, αλλά ηθικώς προβληματικές καταστάσεις πολυθεσίας (βλ. π.χ. την περίπτωση του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου), δεκάδες νέοι επιστήμονες είτε θα ξενιτεύονται είτε θα αποθαρρύνονται και θα εγκαταλείπουν την έρευνα, παίρνοντάς το απόφαση: Παρά τους κόπους τους δεν θα εργαστούν ποτέ ως πανεπιστημιακοί, διότι η χώρα τους δεν έχει τις κατάλληλες υποδομές. Ας πρόσεχαν στις επιλογές τους, λοιπόν!

Ο υπουργός Παιδείας –πανεπιστημιακός ο ίδιος– καλείται να απαντήσει στο ερώτημα: Γιατί δεν αναλαμβάνεται νομοθετική πρωτοβουλία ώστε να ανατεθεί η προπτυχιακή διδασκαλία σε όσους αναμένουν προκήρυξη θέσεων στα πανεπιστήμια και πληρούν τα σχετικά προσόντα; Αν μάλιστα δεν υπάρχουν τα χρήματα για την προσήκουσα μισθοδοσία τους, γιατί δεν επιλέγονται περισσότερα κατάλληλα πρόσωπα (ο αριθμός των νέων διδακτόρων με πλήρη τυπικά προσόντα είναι ήδη μεγάλος σε αρκετές σχολές), στα οποία να κατανεμηθεί ο σχετικός φόρτος, ώστε να εξασφαλιστεί σε κάθε περίπτωση ορθή αντιστοιχία ανάμεσα στην αμοιβή τους και την προσφερόμενη εργασία τους και να μην καταστούν αντικείμενο εκμετάλλευσης;

Τα πλεονεκτήματα της ανωτέρω λύσης έναντι αυτής της επιστρατεύσεως των ομοτίμων, είναι –νομίζουμε– εμφανή. Και ιδού το κυριότερο: Κάποιοι από τους νέους επιστήμονες, αντλώντας δυνάμεις από την αλληλεπίδραση με τους φοιτητές και τη ζώσα ακαδημαϊκή κοινότητα, ενδέχεται να συντηρήσουν εξίσου ζωντανό το ενδιαφέρον τους για την έρευνα και ίσως εξακολουθήσουν να καλλιεργούν την επιστήμη τους στο μέλλον.

Και αυτό είναι μεγάλο κέρδος σε μια χώρα που κάνει τα πάντα προκειμένου να τους πείσει ότι ματαιοπονούν και ότι οι έννοιες «πανεπιστήμιο» και «Ελλάδα» έχουν καταλήξει να είναι, αν όχι αντιφατικές, οπωσδήποτε εναντίες.

Θ. Γιαννοπουλος – Διδάκτωρ Προϊστορικής Αρχαιολογίας
Κ. Τσινας – Διδάκτωρ Νομικής, δικηγόρος

Pωσία, Oυκρανία, Eυρώπη

Κύριε διευθυντά
Πιστεύω ότι η Ευρώπη διαπράττει τραγικό λάθος με τη στάση της έναντι της Ρωσίας. Η Ουκρανία πρέπει να το αντιληφθούμε ότι ανήκει στην επιρροή της Ρωσίας και δεν θα επιτρέψει η Ρωσία να αισθάνεται την αναπνοή του ΝΑΤΟ δίπλα της. Ούτε η Ευρώπη έχει λόγους να έρθει σε αντίθεση με τη Ρωσία. Η πολιτική της απόσπασης της Ουκρανίας από την επιρροή της Ρωσίας και η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Eνωση, κι ενδεχομένως στο ΝΑΤΟ, εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των ΗΠΑ, η οποία θέλει να παραμείνει ηγεμονίδα στον κόσμο και ο μόνος αντίπαλος στο προσεχές μέλλον θα είναι η Ρωσία.

Οι ΗΠΑ δεν φοβούνται άλλη δύναμη, ούτε την Κίνα, η οποία λόγω του καθεστώτος δεν είναι σε θέση να αντιπαραταχθεί μέχρι πολέμου με αυτές. Η Ρωσία σε λίγα χρόνια θα είναι υπερδύναμη. Για τον λόγο αυτό, οι ΗΠΑ θέλουν να την περικυκλώσουν με το να εντάξουν στο ΝΑΤΟ όλες τις γειτονικές χώρες: Ουκρανία, Πολωνία, Βαλτικά κράτη κ.λπ. Εάν συμβεί αυτό, η Ρωσία θα αρχίσει τον ξέφρενο εξοπλισμό της και βέβαια το ίδιο θα κάνουν και οι ΗΠΑ, κι ενδεχομένως και η Ευρώπη, προς μεγίστη χαρά των εμπόρων όπλων.

Η Ουκρανία ενδεχομένως να παρασύρεται από εθνικιστικά στοιχεία και να εκδηλώνει μια αντιπαλότητα προς τη Ρωσία. Υπάρχουν, πιθανώς, κατάλοιπα της πρώην ΕΣΣΔ. Oμως τα συμφέροντα της Ουκρανίας βρίσκονται στη συμμαχία της με τη Ρωσία. Aλλωστε, η Ρωσία δεν προσπάθησε να αποσπάσει την Κριμαία επί της προηγούμενης κυβέρνησης που ήταν φιλική προς αυτή. Είναι δυνατόν, προσωρινά, η Ρωσία να υποκύψει στην πίεση των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Oμως θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι θα αρχίσει ο ψυχρός πόλεμος.

Ως γνωστόν, ο ψυχρός πόλεμος είναι προθάλαμος του γενικού πολέμου και η Ευρώπη πρέπει να το αποφύγει αυτό με κάθε θυσία. Η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει δική της φωνή και να απογαλακτιστεί από τις ΗΠΑ, διατηρώντας, βεβαίως, τη φιλία και τη συνεργασία τους.

Η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να έρθει σε αντίθεση με τη Ρωσία. Απεναντίας, τα συμφέροντά της εξυπηρετούνται με τη ρωσική φιλία. Πρέπει να βρει τρόπο να διαφοροποιήσει τη θέση της από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Eνωση. Ελπίζω ότι η Ευρώπη θα ανανήψει και θα μεταβάλει τη σημερινή της στάση. Πρέπει η Ευρώπη να διάκειται φιλικά προς τη Ρωσία. Και θα ήταν πολύ σημαντικό η Ρωσία να γίνει κάποτε μέλος της Ε.E., πράγμα που θα το απέτρεπαν με όλες τους τις δυνάμεις οι ΗΠΑ. Η Ευρώπη, τότε, θα γινόταν παγκόσμια υπερδύναμη.

Nικολαος Kολλιας

Πεζοδρόμηση Πανεπιστημίου

Κύριε διευθυντά
Η«Κ» δημοσιεύει, ως επί το πλείστον, γράμματα αναγνωστών που αντιτίθενται στην πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου. Εν πρώτοις, να μην ξεχνάμε ότι στην πατρίδα μας η κρατούσα άποψη είναι να μην αλλάξει γενικώς τίποτα. Ας θυμηθούμε τις λυσσαλέες αντιδράσεις που ηγέρθησαν για να μην πεζοδρομηθούν η Βουκουρεστίου, η Ερμού, ακόμη και η Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Η Αθήνα όμως πρέπει να μπει στον χάρτη των τουριστικών πόλεων. Και τούτο διότι παρά τις αρχαιότητές της, την επισκέπτονται ετησίως μόλις 2.000.000 τουρίστες. Οι περισσότεροι, μάλιστα, από αυτούς για μία αναγκαστική διανυκτέρευση καθ’ οδόν προς άλλους προορισμούς. Αν λοιπόν θεωρήσουμε δεδομένο ότι οι αρχαιότητες των Αθηνών αποτελούν ενδιαφέροντα τουριστικό μαγνήτη, κάτι άλλο θα πρέπει να μην αρέσει στους τουρίστες. Μήπως λοιπόν έχουν συνηθίσει να περπατούν στο πεζοδρομημένο κέντρο των πόλεών τους; Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι στο πεζοδρομημένο κέντρο π.χ. της Φλωρεντίας βρίσκεται το Μουσείο Πίτι, το οποίο εκδίδει ετησίως 4.000.000 εισιτήρια! Το επισκέπτεται, δηλαδή, διπλάσιος αριθμός τουριστών απ’ ό,τι την Αθήνα. Είναι κακό να διπλασιασθούν οι τουρίστες που επισκέπτονται την Αθήνα; Είναι κακό να βρουν δουλειά μερικές δεκάδες χιλιάδες άνεργοι στην Αθήνα; Διότι αυτό θα συμβεί αναπότρεπτα εάν διπλασιασθούν οι τουρίστες που μας επισκέπτονται.

Κωνσταντινος Ευσταθιαδης