ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Η συνείδηση των δικαστών

Κύριε διευθυντά
Υπό τον τίτλο «Η Δικαιοσύνη και οι λειτουργοί της», δημοσιεύθηκε επιστολή του επ. δικηγόρου κ. Στρατή Στρατήγη, στην οποία αναφέρει, πλην άλλων, το παράδειγμα φίλου του, που «εξελίχθηκε σε εξαίρετο ανώτατο δικαστή», αλλά μετά τις εκλογές του 1977 του «εξομολογήθηκε» ότι είχε βρει τρόπο να πλησιάσει το ΠΑΣΟΚ –αντίθετο, από ό,τι φαίνεται, με τις μέχρι τότε πεποιθήσεις του– στην εκφρασθείσα δε έκπληξή του απάντησε «κυνικότατα»: «Μα αυτοί θα είναι κυβέρνηση όταν εγώ θα είμαι επιλέξιμος για την ηγεσία του δικαστηρίου μου». Κρίμα. Κρίμα για τον χαρακτηρισμό του εν λόγω δικαστή ως «εξαίρετου».

Η συνείδηση του δικαστή ούτε εκπλειστηριάζεται ούτε προσαρμόζεται στις προσωπικές του φιλοδοξίες και επιδιώξεις. Η συνείδηση κάθε ανθρώπου αποτελεί –για να θυμίσω την περίφημη φράση του κορυφαίου φιλοσόφου των νεότερων χρόνων Kant– «τον υπέρτατο δικαιοδοτικό βαθμό σε θέματα ηθικής». Και αν για κάθε άνθρωπο η συμμόρφωση προς τη συνείδησή του αποτελεί στοιχειώδη ηθική επιταγή, για τον δικαστή αποτελεί νομική υποχρέωση, και μάλιστα την πρωταρχική νομική υποχρέωση επιτέλεσης του λειτουργήματός του. Βέβαια, οι κυβερνήσεις –όπως παρατηρεί ο αείμνηστος καθηγητής Jean Rivero– «προτιμούν να ανταμείβουν την υποταγή παρά την ανεξαρτησία των δικαστών». Και αυτό συνέβη μερικές φορές, ιδίως τα τελευταία 35 χρόνια στη χώρα μας. Αλλά οι δικαστές, όργανα ισότιμης προς τις δύο άλλες συνταγματικές λειτουργίες, δεν έχουν ανάγκη «ανταμοιβής» από αυτές.

Και, καθ’ όσον γνωρίζω, αυτή είναι η αντίληψη που συμμερίζεται και ακολουθεί η συντριπτική πλειοψηφία των δικαστικών λειτουργών. Δικαστές με αποκλίνουσα συμπεριφορά όχι μόνο «εξαίρετοι» δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται, αλλά ούτε καν άξιοι του τίτλου του «δικαστή».

Είναι όμως αλήθεια ότι και «οι θεσμοί πρέπει να υπηρετούν», να κατοχυρώνουν δηλαδή «όσο γίνεται πληρέστερα την ελευθερία της συνείδησης των δικαστών» (Rivero).

Εχει δε κατά τούτο δίκιο ο κ. Στρατήγης, ότι το ισχύον Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει όσο θα έπρεπε την προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών και ευνοεί έτσι εμμέσως αθέμιτες επεμβάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης εκ μέρους των εκάστοτε κυβερνήσεων.

Διονυσιος Γ. Κονδυλης – Επ. αρεοπαγίτης

«Σε… πεθαμένη μετάδοση»

Κύριε διευθυντά
Με την εφαρμογή αρχικώς της δημοτικής γλώσσας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (11.9.1964), έστω και αν δεν υλοποιήθηκε πλήρως, και αργότερα (1.2.1977) της εντολής να χρησιμοποιείται σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες η δημοτική γλώσσα, άρχισε η αποδόμηση μιας από τις πλέον ιστορικές γλώσσες.

Ο νομοθέτης με τη «δημοτική γλώσσα» εννοούσε αυτή που μιλούσε «ο λαός» και όχι οι «λόγιοι» της εποχής. Αυτό στην πράξη δεν βρήκε ανταπόκριση και κατασκευάστηκε από τους αποκληθέντας «γλωσσοπλάστες» μια τεχνητή γλώσσα που βαρβαροποίησε αυτή που χρησιμοποιούσαμε. Oταν η τηλεόραση άρχισε να ψυχαγωγεί τους Eλληνες (15.2.1966) περιορίστηκε αρχικά στα δελτία ειδήσεων και αργότερα στη μετάδοση αθλητικών αγώνων, μουσικών εκδηλώσεων, θεατρικών παραστάσεων κ.ά. Οι εκφωνητές πριν από την αναγγελία της παρουσίασης της εκδήλωσης έλεγαν θα μεταδοθεί «σε απευθείας σύνδεση». Το επίρρημα «απ’ ευθείας» γραφόταν αρχικά σαν δύο λέξεις με τη χρήση της αποστρόφου στη θέση του φωνήεντος «όμικρον», το οποίο βρίσκεται στο τέλος της λέξης «από» και αργότερα σαν μία λέξη «απευθείας» με κατάργηση της αποστρόφου. Μετά μερικά χρόνια, η λέξη «απευθείας» θεωρήθηκε ότι ανήκει στο καθαρευουσιάνικο λεξιλόγιο. Στην προσπάθεια να ευρεθεί μία λέξη της δημοτικής που θα αντικαταστήσει τη σύνθετη λέξη «απευθείας», επελέγη το προϊόν της μετάφρασης της αγγλικής λέξης «live» και έτσι μας επεβλήθη να ακούμε το «η μετάδοση θα γίνει ζωντανά»!

Η λέξη «ζωντανά» στη γλώσσα του ελληνικού λαού είναι συνυφασμένη με τα ζώα που είναι τετράποδα και κυρίως αυτά (άλογο, γαϊδούρι, μουλάρι) που είχαν στις αυλές τους οι παππούδες μας. Θυμάμαι τον παππού μου να λέει στη γιαγιά μου: «Ελένη, τα τάισες τα ζωντανά;».

Ακόμη, η λέξη ζωντανά χρησιμοποιείται για άτομα που τα θεωρούμε μη έξυπνα που δεν καταλαβαίνουν εύκολα: «Το ζωντανό δεν καταλαβαίνει τίποτα».

Υπάρχει ακόμη και η λέξη ζωντόβολο, που χρησιμοποιούμε για τους μη έξυπνους, «είναι τελείως (ντιπ) ζωντόβολο (τελείως βλάκας)». Τελειώνοντας, προσθέτω ότι επειδή το αντίθετο του «ζωντανά» είναι το «πεθαμένα», θα πρέπει για τις εκπομπές που είναι μαγνητοφωνημένες και μεταδίδονται όχι την ώρα που γίνονται αλλά αργότερα, να λέει ο εκφωνητής: Η εκπομπή θα μεταδοθεί «πεθαμένα»!

Γιαννης Πλακονουρης