ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Δεν αντέχουν… τα αρχαία

Κύριε διευθυντά
Απερίγραπτη έκπληξη και απορία προκάλεσε η επιχειρούμενη υποβάθμιση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο νέο αναλυτικό πρόγραμμα. Η κυβέρνηση Τσίπρα, καθοδηγημένη από υποκειμενικές, κυριολεκτικά επιπόλαιες απόψεις, ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, διόρισε τις «κατάλληλες» επιτροπές για κάλυψη προειλημμένων αποφάσεων. Αγνόησε την ανάγκη του δημόσιου διαλόγου.

Περιφρόνησε τη Βουλή. Αυθαίρετα αποφάσισε. Διαφαίνεται συστηματική προσπάθεια αποκοπής από την ιστορική συνέχεια. Κανείς εχέφρων δεν αρνείται την αναγκαιότητα βελτιωτικών αλλαγών στα ωρολόγια και αναλυτικά προγράμματα. Oτι δεν ακολουθείται πάντοτε η καλύτερη διδακτική και αποτελεσματική μεθοδολογία, είναι φανερό. Και αδικείται το μαθησιακό αντικείμενο, δυσανασχετούν οι μαθητές για ένα μάθημα, λόγω σχολαστικού τρόπου διδασκαλίας ή περιορισμένης ικανότητας και ευσυνειδησίας του διδάσκοντος ή και προσωπικής τους αποτυχίας. Δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις. Ωστόσο, συγκεκριμένα, η αρχαία ελληνική γλώσσα δεν επιτρέπεται να εξοβελίζεται για αυτούς τους λόγους. Φυσικά η παράλληλη διδασκαλία κειμένων στη νεοελληνική είναι απαραίτητη.

Η νεοελληνική, μορφή εξελισσόμενου γλωσσικού οργάνου, στηρίζεται στον τεράστιο πλούτο και την καταπληκτική δομή και λογική σύνταξη της αρχαίας, που εκτιμώνται από τον ανεπτυγμένο πολιτισμένο κόσμο. Περιλαμβάνονται τα αρχαία ελληνικά σε αναλυτικά προγράμματα της μέσης εκπαίδευσης και σε περιοχή της Αγγλίας διδάσκεται και σε δημοτικά σχολεία.  Εκτός του γλωσσικού πλούτου, που δανείστηκαν νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, μελετάται και διδάσκει η λογική της συντακτικής της μορφής.

Εμείς οι Eλληνες έχουμε το μοναδικό πλεονέκτημα, με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από τους άλλους, να διαβάζουμε, να κατανοούμε, χωρίς σοβαρή δυσκολία, αρχαία κείμενα, σε μορφή γνωστή, γιατί έχουμε και το συγγενές ανεπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο.  Το σημαντικότερο: Για εμάς τους Ελληνες, η γλώσσα μάς ενώνει, τονίζει την ιστορική μας συνέχεια στον τόπο όπου γεννηθήκαμε, ενισχύει τους εθνικούς μας δεσμούς, που για τους ιδεοληπτικά αγκυλωμένους σε ατυχείς αντιλήψεις αποτελούν το «κόκκινο πανί».

Δημ. Γ. Σμυρλης – Συντ/χος λυκειάρχης

Η σύνθεση Ολομέλειας ΣτΕ

Κύριε διευθυντά
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας όταν συνεδριάζει ως Δικαστήριο συντίθεται από τον πρόεδρο, τους αντιπροέδρους (10 σήμερα), τους συμβούλους (54 σήμερα), δύο παρέδρους (χωρίς δικαίωμα ψήφου) και τον γραμματέα. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται να παρίστανται 19 τουλάχιστον (και 25 σε περίπτωση που ο πρόεδρος κρίνει μία υπόθεση ως εξαιρετικής σημασίας) μέλη, που έχουν δικαίωμα ψήφου (67 συνολικά). Ούτε από το Προεδρικό Διάταγμα, που αφορά το Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά ούτε και από τον Κανονισμό του προβλέπεται πώς γίνεται η επιλογή των 19 ή 25 τουλάχιστον μελών της Ολομέλειας κάθε φορά. Ρυθμίζεται προφανώς από κάποια εσωτερική διαδικασία. Βεβαίως, τυπικά η συμμετοχή επιπλέον δικαστών (πέραν των 19 ή 25) δεν μπορεί να αποκλεισθεί.

Για τον λόγο αυτό άλλωστε στην Ολομέλεια που π.χ. έκρινε τη συνταγματικότητα του πρώτου μνημονίου συμμετείχαν 51 δικαστές και σε αυτήν που έκρινε τη συνταγματικότητα της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συμμετείχαν 27 κ.ο.κ.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικράτειας δεν είναι ένα σταθερό σώμα εντός τουλάχιστον ενός δικαστικού έτους, ούτε με την έννοια του αριθμού των δικαστών, ούτε με την έννοια των συγκεκριμένων προσώπων. Γενικότερα αυτό ίσως να μην αποτελεί πρόβλημα.

Στην περίοδο όμως που αφενός μεν ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας διακόπτει μια διάσκεψη με συγκεκριμένη αιτιολογία και εν συνεχεία του ασκείται δριμεία και μάλλον όχι άδικη κριτική από δύο αντιπροέδρους αυτού, αφετέρου δε ο υπουργός Δικαιοσύνης κινείται την παραμονή της τρίτης διασκέψεως με ασυνήθιστη (έπειτα από δημοσίευμα) ταχύτητα για τον πειθαρχικό έλεγχο δικαστή, που μετέχει στη σύνθεση, το γεγονός ότι η σύνθεση της Ολομέλειας δεν καταρτίζεται με αντικειμενικό τρόπο, θα πρέπει να μας προβληματίσει.

Παναγιωτης Η. Αθανασιου – Αθήνα