ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ

Σμύρνη: η διάσωση ενός ήρωα δεκανέα

Σμύρνη: η διάσωση ενός ήρωα δεκανέα

Κύριε διευθυντά
Με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα  τα τραγικά γεγονότα, όπως αυτά περιγράφονται στο φύλλο της  «Καθημερινής» της Παρασκευής 2ας Σεπτεμβρίου 1922, που προσφέρθηκε λόγω επετείου 100 χρόνων της εφημερίδας.  Αισθάνθηκα για μια ακόμη φορά βαθιά συγκίνηση και αποτροπιασμό για όσα συνέβησαν.  Λέγω, δε, «για μια ακόμα φορά», διότι τα έχω ακούσει τόσο παραστατικά και τόσο πολλές φορές, που κοντεύω να πιστέψω ότι συμμετείχα και εγώ στις μάχες που έδωσε ο ελληνικός στρατός εναντίον του τουρκικού.

Αφηγητής ήταν ένας στρατιώτης του πυροβολικού, ο οποίος προήχθη σε δεκανέα – αρχηγό στοιχείου επ’ ανδραγαθία και του οποίου η πυροβολαρχία προωθήθηκε έως τα πρόθυρα της Αγκυρας.

Μετά την κατάρρευση του Μετώπου, όσοι επέζησαν σώοι πήραν τον δρόμο της επιστροφής.  Επειτα από πεζοπορία αρκετών ημερών και έχοντας διανύσει πολλά χιλιόμετρα, ο δεκανέας έφθασε στη Σμύρνη, η οποία είχε ήδη καταστραφεί. Η κατάστασή του αθλία.  Με υψηλό πυρετό, ρακένδυτος, πεινασμένος και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Μέχρις εδώ λίγο πολύ όλοι μας γνωρίζουμε τα γεγονότα με ή χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Το παρακάτω όμως είναι άγνωστο και συγκλονιστικό…

Ο δεκανέας παίρνει μια βαθιά εισπνοή, τρέμει σύγκορμος, αλλά δεν σταματά.  Και συνεχίζει.

Οταν έφτασε στην προκυμαία, βλέπει ένα πλοίο. Εχει λύσει τους κάβους, οι μηχανές δουλεύουν ήπια (ρελαντί) και είναι έτοιμο για τον απόπλου. Ο δεκανέας με όσες δυνάμεις του απομένουν, κάνει τα χέρια του χωνί και ζητάει να τον πάρουν κι αυτόν μαζί τους. Καμία απάντηση. Με πιο έντονη φωνή, κραυγή θα έλεγα, εκλιπαρεί, λέγοντας ότι «γλίτωσα πολλές φορές από του Χάρου τα δόντια, είναι αμαρτία να με “κόψουν” (σφάξουν) τώρα οι Τσέτες».  Οι φωνές του και τα λόγια του ερεθίζουν τα αυτιά κάποιου που ήδη είχε επιβιβαστεί στο πλοίο. Κάτι του θυμίζουν. Σηκώνει τα κιάλια του, κοιτάζει ερευνητικά και ναι, αναγνωρίζει τον δεκανέα.  Ο κύριος με τα κιάλια δεν ήταν άλλος από τον πυροβολάρχη (λοχαγό) του. Κινείται αστραπιαίως και συναντά τον κυβερνήτη, τον οποίο αρχικά παρακαλεί και στη συνέχεια απαιτεί να παραλάβει τον δεκανέα. 

Ο κυβερνήτης αρνείται πεισματικά, λέγοντας πως δεν είναι εύκολο να «δέσει» πάλι, διότι απαιτείται κάποιος χρόνος, που σημαίνει ότι είναι δυνατόν να καταφτάσουν οι Τούρκοι και να τους φουντάρουν στο λιμάνι.  Υπ’ όψιν ότι το πλοίο είχε πλέον των 2.000 επιβατών, στρατιωτών και πολιτών.  Ο διάλογος λοχαγού και κυβερνήτη στο κόκκινο. Ο λοχαγός επιμένει, ο κυβερνήτης ανένδοτος.  Ο λοχαγός χάνει την ψυχραιμία του και τραβάει το περίστροφό του.  «Κοίταξε καλά», λέει στον κυβερνήτη, «έχει 2 σφαίρες, η μία για σένα και η άλλη για μένα».  Υπό την απειλή του όπλου τα πνεύματα ηρεμούν και αποφασίζεται το πλοίο να μη δέσει, αλλά να κάνει κάποιον ελιγμό και να πετάξουν παλαμάρι να πιαστεί ο δεκανέας και από το πλοίο να τον τραβήξουν, ενώ παράλληλα εκείνος θα κολυμπούσε.  Ενώ ο λοχαγός ενημερώνει τον δεκανέα για το σχέδιο, μια σκιά εμφανίζεται δίπλα στον τελευταίο.  Είναι ένας τσολιάς, ο οποίος κατόρθωσε ύστερα από περιπέτειες να φτάσει στη Σμύρνη.  Δεν θα περιγράψω την εμφάνισή του, αλλά θα τονίσω ότι ψηνόταν στον πυρετό.  Δεν μπορούσε να μιλήσει καθαρά, απλά ψέλλιζε. Ομως καταφέρνει να ψιθυρίσει στον δεκανέα: «Εσύ συνάδελφε θα ζήσεις.  Εγώ δεν ξέρω να κολυμπάω, θα με φάνε οι Τσέτες». Ο δεκανέας ευαισθητοποιήθηκε και τον ρωτάει: «Κρατούν τα χέρια σου, τσολιά;». Ο τσολιάς τον κοιτάζει με απορία.  Ο δεκανέας συνεχίζει: «Οταν πιάσω το παλαμάρι, θα με αγκαλιάσεις στη μέση με το κεφάλι ψηλά και θα κουνάς τα πόδια σου».  Η τελευταία ελπίδα του τσολιά. Ετσι κι έγινε. Ο δεκανέας αρπάζει το παλαμάρι και πέφτουν στη θάλασσα… έζησαν και οι δύο.

Ενώ αυτά συνέβαιναν στη Μικρά Ασία, η μητέρα του δεκανέα πηγαινοερχόταν στον Πειραιά με τη φωτογραφία του και ρωτούσε τους στρατιώτες μήπως τον γνωρίζουν.  Οταν απελπίστηκε, φόρεσε τα μαύρα και άρχισε τα μοιρολόγια… μέχρι τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα και είδε τον γιο της ζωντανό.  Η ημέρα της διάσωσής του ήταν η 29η Αυγούστου 1922.  Αυτήν την ημέρα μέχρι του θανάτου του την περνούσε με σκληρή νηστεία (με καφέ και βουτούσε και λίγο ψωμί).

Και για την ιστορία: 

Ο λοχαγός ονομαζόταν Δημήτριος Ζάγκλης, απόφοιτος της ΣΣΕ τάξεως 1917.  Απέκτησε 5 παιδιά και έφτασε στον βαθμό του υποστρατήγου.  Ο μεγάλος του γιος Κίμων Δ. Ζάγκλης αποφοίτησε της ΣΣΕ τάξεως 1948. 

Ο δεκανέας ονομαζόταν Αναστάσιος Μελετίου Πέππας.  Ηταν ο πατέρας μου.  Γεννήθηκε στη Μάνδρα Αττικής στις 23/11/1899. Πέθανε στην Αθήνα στις 10/11/1976. Ο στρατηγός Ζάγκλης δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην εξόδιο ακολουθία.  Το πληροφορήθηκε, διαβάζοντας τη στήλη των «Κοινωνικών» της «Καθημερινής». Εστειλε, όμως, ένα πολύ συγκινητικό τηλεγράφημα.  Τον επισκέφτηκα στο σπίτι του στου Παπάγου για να τον ευχαριστήσω. Οταν έμαθε ποιος είμαι, ήταν έτοιμος να κλάψει. Ωστόσο συγκρατήθηκε, κουνώντας το κεφάλι του με νόημα…

Δράττομαι της ευκαιρίας να ευχηθώ στην «Καθημερινή» να συνεχίσει τις εκδόσεις της για πολλές  εκατονταετίες με την ίδια συνέπεια, τον σεβασμό στον αναγνώστη και την αντικειμενικότητα που τη διακρίνουν.

Μελέτιος Αναστ. Πεππας, Συνταξιούχος τραπεζικός