GROUND EURO

Eνας ευγενικός εμπειριστής, που υπηρέτησε δύο προέδρους

enas-eygenikos-empeiristis-poy-ypiretise-dyo-proedroys-2305771

Ο Aλαν Κρούγκερ, ο 58χρονος οικονομολόγος του Princeton που βρέθηκε νεκρός στο σπίτι το Σάββατο (από αυτοκτονία, σύμφωνα με ανακοίνωση της οικογένειάς του), ήταν ένα λαμπρό μέλος της συνομοταξίας των καθηγητών-δημόσιων λειτουργών που έχουν εμπλουτίσει τη διαδικασία κατάρτισης της οικονομικής πολιτικής στις ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες. Ειδικός στα οικονομικά της Εργασίας, διακρίθηκε για την επιμονή του στην εμπειρική επαλήθευση των οικονομικών θεωριών, που μεταξύ άλλων οδήγησε στην αμφισβήτηση της παγιωμένης σχέσης που διδάσκονταν οι πρωτοετείς φοιτητές μεταξύ του κατώτατου μισθού και της ανεργίας.

Η συμβατική οικονομική σοφία στο ζήτημα αυτό ήταν κάθετη: αύξηση του κατώτατου μισθού συνοδεύεται από αύξηση της ανεργίας. Όταν όμως το 1992 το Νιου Τζέρσεϊ αύξησε τον κατώτατο μισθό, ο Κρούγκερ, μαζί με τον συνάδελφό του Ντέιβιντ Καρντ, αποφάσισαν να διεξάγουν ένα πείραμα σε πραγματικές συνθήκες, εξετάζοντας το επίπεδο απασχόλησης στην πολιτεία αυτή και στη γειτονική Πενσιλβέινια στον κλάδο του fast-food πριν και μετά την αύξηση. Το αποτέλεσμα διέψευσε τις προβλέψεις της θεωρίας: η απασχόληση στο Νιου Τζέρσεϊ, έστω οριακά, αυξήθηκε σε σύγκριση με την Πενσιλβέινια. 

«Η εργασία αυτή άνοιξε νέα σύνορα στην οικονομική έρευνα», έγραψε στους New York Times ο Πωλ Κρούγκμαν. Το πείραμα των δύο οικονομολόγων, εξήγησε ο νομπελίστας αρθρογράφος, επαναλήφθηκε πολλές φορές τα επόμενα χρόνια, τις περισσότερες φορές επιβεβαιώνοντας τα ευρήματά τους. «Αυτό έχει συνέπειες που ξεφεύγουν πολύ πέρα από το ζήτημα του κατώτατου μισθού. Αυτό που προκύπτει από τον Καρντ, τον Κρούγκερ και την έρευνα που ακολούθησε στα βήματά τους είναι ότι οι αγορές εργασίας είναι πολύ πιο περίπλοκες από ό,τι νομίζαμε, ότι η μονοπωλιακή ισχύς έχει μεγάλη σημασία και ότι υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα περιθώρια για την αύξηση μισθών μέσω παρεμβάσεων δημόσιας πολιτικής από ό,τι έδινε η κλασική οικονομική θεωρία».

«Είναι σίγουρα μεταξύ των σημαντικότερων οικονομολόγων της Εργασίας και εμπειρικών οικονομολόγων των τελευταίων τριών δεκαετιών – αν όχι ο σημαντικότερος», δήλωσε στους Times ο καθηγητής του Harvard και συχνός συγγραφικός του εταίρος Λώρενς Κατζ. Σύμφωνα με τον Κατζ, ο Κρούγκερ ήταν ένας από πολύ λίγους  «που μετάλλαξαν τα οικονομικά και τα μετέτρεψαν σε μια πιο σοβαρή επιστήμη». Όπως ανέφερε ο Νόα Σμιθ στη στήλη του στο Bloomberg, ήταν ένας από τους ηγέτες της «επανάστασης αξιοπιστίας» που ανέτρεψε την παλαιά τάξη πραγμάτων στα Οικονομικά.

Ο Κρούγκερ όμως δεν περιορίστηκε στην ακαδημαϊκή μελέτη της οικονομικής πραγματικότητας. Για να παραφράσουμε τη γνωστή ρήση ενός παλαιότερου, μάλλον ανορθόδοξου οικονομολόγου, δεν του αρκούσε να ερμηνεύει τον κόσμο· ήθελε να τον αλλάξει.  Στην πρώτη θητεία του Μπιλ Κλίντον, διορίστηκε επικεφαλής οικονομολόγος στο υπουργείο Εργασίας, υπό τον επίσης ακαδημαϊκό Ρόμπερτ Ράιχ. Έμεινε δύο χρόνια και – σύμφωνα με το Princeton Alumni Weekly, που το 2014,  αφιέρωσε εκτενές άρθρο στη σταδιοδρομία του – φεύγοντας, υποσχέθηκε στον εαυτό να μην επιστρέψει – τόσο έντονα είχε νιώσει την πίεση και το βάρος των ευθυνών.

Ωστόσο γύρω στα Χριστούγεννα του 2008, ενάμιση μήνα μετά την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στην προεδρία και τρεις μήνες μετά την πτώχευση της Lehman Brothers, o Κρούγκερ (σύμφωνα με το ίδιο άρθρο στο Princeton Alumni Weekly) δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από τον Τιμ Γκάιτνερ, που του είπε: «Η οικονομία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Γιατί δεν έρχεσαι στο υπουργείο Οικονομικών να ασχοληθείς με μεγάλα ζητήματα, που έχουν σοβαρές συνέπειες;» Όπως παραδέχθηκε στη συντάκτρια του άρθρου, δεν μπορούσε να αρνηθεί.

Ακολούθησαν δύο χρόνια στη θέση του υφυπουργού για θέματα οικονομικής πολιτικής, μία σύντομη επιστροφή στο Princeton και, στα τέλη του 2011, ο διορισμός του ως επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων στο Λευκό Οίκο. Στη θητεία του στο πλευρό του Ομπάμα εστίασε σε ζητήματα ανισότητας και οικονομικών ευκαιριών. Μία βραδιά του Δεκεμβρίου του 2011, με τη γυναίκα του να περιμένει δίπλα του φορώντας τη βραδινή της τουαλέτα, πέρασε τρεις ώρες στο τηλέφωνο με τον Ντέιβιντ Καρντ για να μπορέσουν να βρουν μία απάντηση που έστεκε στο ερώτημα που του είχε θέσει ο λογογράφος του προέδρου εν όψει μία βαρυσήμαντης ομιλίας που θα εκφωνούσε ο Ομπάμα: πόσες πιθανότητες είχε ένα παιδί που γεννιόταν φτωχό να αναρριχηθεί στη μεσαία τάξη; (Μία στις τρεις, κατέληξαν, έναντι 50% στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο).

«Ο Άλαν ήταν ένας άνθρωπος που ήταν πιο βαθύς από αριθμούς σε μία οθόνη ή διαγράμματα σε μία σελίδα», είπε για τον χαμένο συνεργάτη του ο 44ος πρόεδρος των ΗΠΑ. «Έβλεπε την οικονομική πολιτική όχι ως αφηρημένες θεωρίες, αλλά ως έναν τρόπο να βελτιωθούν οι ζωές των ανθρώπων. Μέσα σε όλα όσα περάσαμε, είχε ένα μόνιμο χαμόγελο και ένα ευγενικό πνεύμα – ακόμα κι όταν σε διόρθωνε».