ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το αποτυχόν «πείραμα Μαρκεζίνη»

to-apotychon-peirama-markezini-2335434

Στόχος του Παπαδόπουλου κατά την έναρξη της «πολιτικοποίησης» της «επαναστάσεως» ήταν η πραγματοποίηση του σχεδίου του για μετατροπή της Ελλάδας σε μια «τουρκικού τύπου δημοκρατία»: η δημιουργία μιας αδύναμης και ηγεμονευόμενης από τον ίδιο πολιτειακής μορφής, που προσομοιάζει με την προβληματική και ελεγχόμενη τουρκική δημοκρατία όπως αναδείχθηκε από τη μετάβαση του 1983. Ωστόσο η 21η Απριλίου δεν ήταν μια δικτατορία που επιβλήθηκε από τη θεσμική στρατιωτική ιεραρχία, όπως η τουρκική, αλλά το δημιούργημα της ευκαιριακής συμμαχίας διαφόρων ετερόκλητων φραξιών του στρατού, αυτονομημένων από τον ιεραρχικό έλεγχο της ηγεσίας του, που επιθυμούσαν την ανάληψη της εξουσίας για την ικανοποίηση τόσο συντεχνιακών (διαιώνιση του ηγεμονικού ρόλου του στρατού επί της κοινωνίας), όσο και προσωπικών φιλοδοξιών τους (κατ’ εξαίρεσιν προαγωγές, ιεραρχική άνοδος, άλωση θέσεων στον κρατικό μηχανισμό κ.λπ.).

Παρότι η εσωτερική ηγεμονία του Παπαδόπουλου επί των λοιπών φραξιών φαινόταν να έχει σε σημαντικό βαθμό πραγματωθεί το καλοκαίρι του 1973, δύο παράγοντες εμπόδιζαν τον αυτο-μετασχηματισμό της 21ης Απριλίου στην επιθυμητή από εκείνον «δημοκρατία»: η πλήρης έλλειψη πολιτικών συμμαχιών με διακριτό στίγμα και βαρύνουσα επίδραση στην κοινωνία, καθώς και η απώλεια του ελέγχου του στρατού προς όφελος του διοικητή της ΕΣΑ ταξίαρχου Ιωαννίδη, του μόνου πραξικοπηματία που ποτέ δεν έβγαλε τη στολή. Για τον πρώτο παράγοντα ο Παπαδόπουλος στράφηκε στον Μαρκεζίνη, μοναδικό πολιτικό που αποδέχθηκε να παράσχει νομιμοποίηση στην προσπάθειά του – όχι χωρίς όρους και κάποιες ενστάσεις. Για τον δεύτερο παράγοντα, προτίμησε να αποφύγει την κατά μέτωπο αντιπαράθεση, με μοιραίες για τον ίδιο συνέπειες.

Ποια στάση τήρησε ο πολιτικός κόσμος

Ο Μαρκεζίνης ανέλαβε τον άχαρο ρόλο να γίνει ο δοτός πρωθυπουργός του Παπαδόπουλου με την αίρεση της αναθεώρησης του αυταρχικού «Συντάγματος» του 1973 (αμέσως μετά τις εκλογές που θα διεξάγονταν στις αρχές του 1974) προς μια φιλελεύθερη κατεύθυνση, ιδίως με την περικοπή των εκτεταμένων αρμοδιοτήτων του Προέδρου, καθώς και με δέσμευση του Παπαδόπουλου για διεξαγωγή τίμιων και ελεύθερων εκλογών, με συμμετοχή όσο δυνατόν πιο πολλών κομμάτων και προσωπικοτήτων. Οι προηγηθείσες της ορκωμοσίας Μαρκεζίνη διαπραγματεύσεις με τον Παπαδόπουλο δεν κατέληξαν σε συγκεκριμένη συμφωνία στα παραπάνω θέματα, πάντως και οι δύο επιφυλάχθηκαν να τα ξαναδούν «εν ευθέτω χρόνω». Ο Μαρκεζίνης ξεκίνησε τη βραχύβια θητεία του στις 6 Οκτωβρίου, διατυμπανίζοντας την φιλοδοξία του να οδηγήσει τη χώρα στη δημοκρατία βάσει του τριπτύχου «συγχώρεση-λήθη-δίκαιες εκλογές», καθώς και με συναντήσεις με πολιτικούς ηγέτες της αντιπολίτευσης, τους οποίους προσπάθησε να πείσει να κατέλθουν στις προετοιμαζόμενες εκλογές.

Η γενική εντύπωση ήταν ότι δεν βρήκε ανταπόκριση, ούτε από τον ηγέτη της ΕΡΕ Παναγιώτη Κανελλόπουλο, που δήλωσε χαρακτηριστικά ότι παρά τις όποιες προθέσεις του Μαρκεζίνη «δεν μπορεί να γεννηθεί εκ της τυραννίας η δημοκρατία», ούτε από τον ηγέτη του Κέντρου Γεώργιο Μαύρο, που μίλησε για δημιουργία «ενός ευνουχισμένου Κοινοβουλίου, που δεν θα μπορεί να συζητεί, πολλώ μάλλον να αποφασίζει, για οποιοδήποτε ζωτικό ζήτημα του έθνους» υπό τον νομιμοποιημένο μέσω ανελεύθερων εκλογών Παπαδόπουλο. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάλυση επισημαίνει ότι κάποιες προσωπικότητες όλων των πολιτικών χώρων δέχθηκαν υπό προϋποθέσεις να συζητήσουν τη συμμετοχή τους στις σχεδιαζόμενες εκλογές – υπό όρους τους οποίους έθεσε σε άρθρο του στην εφημερίδα «Βραδυνή» ο Γεώργιος Ράλλης, και είχαν να κάνουν με τους κανόνες διεξαγωγής ελεύθερων εκλογών, τους οποίους αν αρνείτο το καθεστώς, μόνο τότε, πίστευε ο Ράλλης, θα δικαιολογείτο η αποχή της αντιπολίτευσης.

to-apotychon-peirama-markezini0
6.11.1973. Ο Μακάριος συνομιλεί με τον Σπ. Μαρκεζίνη κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, ανησυχώντας για την έξαρση της ανατρεπτικής δράσης της ΕΟΚΑ Β΄. ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ, «ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙ., ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ»

Τελικά, από τον χώρο της Δεξιάς, ο («γεφυροποιός») Αβέρωφ εμφανίστηκε κατ’ αρχάς θετικός απέναντι στο «πείραμα Μαρκεζίνη». Στον χώρο του Κέντρου, πέρα από την απόρριψη του Μαύρου, οι δύο πρώην «αποστάτες» πρωθυπουργοί Νόβας και Στεφανόπουλος υποστήριξαν τον Μαρκεζίνη, ενώ ο Κ. Μητσοτάκης, έχοντας επιστρέψει από τη Γαλλία, τήρησε στάση αναμονής, μη αποδεχόμενος ανοιχτά, αλλά και μη καταδικάζοντας το «πείραμα». Εντύπωση προκαλούν πάντως οι εξ αριστερών αντιδράσεις, καθώς πέρα από την άρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου (που χαρακτήρισε «δωσίλογους» όσους θα συμμετείχαν στις εκλογές) και του ΚΚΕ, πολλές προσωπικότητες της ΕΔΑ και του ΚΚΕ Εσωτερικού δεν απέρριψαν συλλήβδην το «πείραμα», θεωρώντας το μια ευκαιρία για συντεταγμένη σύγκρουση με το καθεστώς στις κάλπες. Αυτή ήταν η στάση του Ηλία Ηλιού, του Λεωνίδα Κύρκου, του Αντώνη Μπριλλάκη και του Μίκη Θεοδωράκη. Αξιζει, τέλος, να σημειωθεί η πλήρης σιγή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που δεν έκανε καμία δήλωση αποδοχής είτε καταδίκης του Μαρκεζίνη, και που έδειχνε πάντως να αμφιβάλλει αν το «πείραμα» είχε ελπίδες επιτυχίας.

Σύγκρουση Γ. Παπαδόπουλου – Δ. Ιωαννίδη

Ο Καραμανλής δεν είχε άδικο, καθώς η εξαετής καταπιεσμένη δυσαρέσκεια της κοινωνίας άδραξε την ευκαιρία της φιλελευθεροποίησης για να εκτονωθεί πριν αποδείξει ο Μαρκεζίνης αν εννοούσε τις δεσμεύσεις του. Αρχικά με το μνημόσυνο του Γ. Παπανδρέου, μερικές μέρες κατόπιν με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Ο αιφνιδιασμός και οι σπασμωδικές αντιδράσεις του Μαρκεζίνη που, εντελώς απορροφημένος στην προετοιμασία των εκλογών, αρχικά υποβάθμισε το γεγονός και μετά σύρθηκε πίσω από τις εξελίξεις, και η επάνοδος του στρατού στο προσκήνιο με την αιματηρή καταστολή, καταρράκωσαν στα μάτια της κοινωνίας όποιο κύρος μπορούσε να έχει το «πείραμα», στιγμάτισαν τον Μαρκεζίνη ως ενεργούμενο του Παπαδόπουλου που είχε την πρωτοβουλία της καταστολής, και δικαίωσαν τις αντιπολιτευτικές κατηγορίες περί παρωδίας εκδημοκρατισμού. Τέλος, αν και ο Μαρκεζίνης πίεζε ώς τις 24 Νοεμβρίου τον Παπαδόπουλο για διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών, οι πολιτικές εξελίξεις είχαν πια περάσει στα χέρια του παράγοντα από τον οποίο θα έπρεπε να είχαν ξεφύγει – του στρατού.

Η κατάρρευση του «πειράματος» έγκειται πρώτιστα στην αποτυχία του Παπαδόπουλου να παραγκωνίσει τον Ιωαννίδη, όπως είχε κάνει με όλους σχεδόν τους άλλους συμπραξικοπηματίες του. Αριστος οργανωτικός συνωμότης, αμετανόητος και ανυποχώρητος στρατοκράτης, μεθοδικά αναπτύσσοντας και επεκτείνοντας τα δίκτυα πληροφόρησης και ελέγχου του στις Ενοπλες Δυνάμεις από το 1967 κιόλας, πρώτιστα σε επίπεδο διοίκησης (νευραλγικών) μονάδων, πάντα παρακολουθώντας στενά τις κινήσεις του Παπαδόπουλου, ο Ιωαννίδης ξεκίνησε να καταστρώνει το σχέδιο της ανατροπής του Παπαδόπουλου το καλοκαίρι κιόλας του 1973. Μέσω εμπίστων του αξιωματικών είχε υπό συνεχή πλην διακριτική επίβλεψη τον ίδιο τον δικτάτορα όσο και τους αυλικούς του, ενώ μυούσε και ανώτατους αξιωματικούς στα σχέδιά του.

Ο Παπαδόπουλος επανειλημμένως αποπειράθηκε το καλοκαίρι/φθινόπωρο 1973 να αποδυναμώσει και τον Ιωαννίδη, αφαιρώντας του την διοίκηση της ΕΣΑ, μεταθέτοντάς τον στην Ηπειρο ή διορίζοντάς τον σε «τιμητικές» πλην κενές εξουσίας ανώτατες θέσεις, τελικά ακόμα και με πιθανή αποστράτευσή του. Η ματαίωση όλων των παραπάνω σχεδίων κατόπιν σφοδρής αντίδρασης του Ιωαννίδη δείχνει το μέγεθος της ενδοκαθεστωτικής σύγκρουσης των δύο ανδρών. Ο χαμένος εδώ ήταν ο Παπαδόπουλος: η υπερσυγκέντρωση εξουσιών, όσο και η τρυφηλή και αμφιλεγόμενη προσωπική του ζωή τον είχαν στοχοποιήσει τόσο σε επίπεδο ανώτερων αξιωματικών, που αντιδρούσαν σε μια προοπτική διαιώνισης της παρουσίας του ως «Προέδρου Δημοκρατίας» για χρόνια ακόμα (το Σύνταγμα του 1973 προέβλεπε επταετή προεδρική θητεία, δηλαδή ώς το 1980), όσο, και ίσως κυριότερα, των «μικρών» φανατικών κατώτερων αξιωματικών. Στο σώμα αυτό, που θεωρούσε τη μετεξέλιξη του 1973 «προδοσία της Επαναστάσεως», και που ήταν προνομιακό ακροατήριο του Ιωαννίδη, οι αντιδράσεις ήταν σφοδρότατες.

Ο αδύνατος μετασχηματισμός της χούντας

to-apotychon-peirama-markezini2
Ο Σπύρος Μαρκεζίνης ορκίζεται πρωθυπουργός από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο παρουσία του Γ. Παπαδόπουλου (πίσω αριστερά) και του Οδ. Αγγελή.

Ο Ιωαννίδης, είχε την άνεση να προχωρήσει στο κίνημά του υποστηριζόμενος από τις δύο προαναφερθείσες ομάδες, ενώ ο Παπαδόπουλος έκανε το ίδιο λάθος που είχαν κάνει οι φιλομοναρχικοί αξιωματικοί το 1967: Πίστευε ότι η τοποθέτηση έμπιστων αξιωματικών σε επιτελικές θέσεις τού εγγυάτο τον έλεγχο του στρατού. Μολαταύτα προσπάθησε να «ανακατέψει την τράπουλα» στον στρατό τις τελευταίες ημέρες της εξουσίας του εκμεταλλευόμενος τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και κινητοποιώντας στρατιωτικές μονάδες από διάφορα μέρη της Ελλάδας και σε αριθμούς που δεν δικαιολογούσε το μέγεθος των επεισοδίων ακόμα και τις κρίσιμες 16-17 Νοεμβρίου (μεγάλος αριθμός μηχανοκίνητου πεζικού, τεθωρακισμένα, δυνάμεις καταδρομών κ.λπ). Επίσης, υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί και η κήρυξη στρατιωτικού νόμου στις 17 Νοεμβρίου: η ύστατη προσπάθεια του Παπαδόπουλου να «παγώσει» τις εναντίον του κινήσεις στον στρατό. Μάταια, όπως αποδείχθηκε, αφού ο Ιωαννίδης, σίγουρος για τις μονάδες που έλεγχε, έδωσε το πράσινο φως για την ανατροπή του Παπαδόπουλου, τον οποίο κυριολεκτικά έπιασε στον ύπνο στις 25 Νοεμβρίου, σε μια επανάληψη-παρωδία της 21ης Απριλίου 1967. Η νέα δικτατορία δημιούργησε, κατά ειρωνικό τρόπο, πρόσκαιρες ελπίδες σε αρκετές πολιτικές προσωπικότητες για επικείμενη ουσιαστική αποκατάσταση της δημοκρατίας. Σύντομα, πάντως, έδειξε το αληθινό της πρόσωπο με την πλήρη επικράτηση των «σκληρών» που θα κυβερνούσαν ασύδοτοι επί οκτάμηνο.

Μεταδικτατορικά, κάποιοι απολογητές του Παπαδόπουλου θα κατηγορούσαν για την αποτυχία του «πειράματος Μαρκεζίνη» τους πολιτικούς που αρνήθηκαν να διαπραγματευθούν τους όρους της μετάβασης, όπως θα έκαναν τέσσερα χρόνια αργότερα οι αντιπολιτευόμενοι την ισπανική δικτατορία (Γκονδάλεθ, Καρίγιο κ.λπ.) διαπραγματευόμενοι με την καθεστωτική μεταβατική κυβέρνηση Σουάρεθ τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών με το τίμημα της αναγνώρισης της μοναρχίας και της λήθης του δικτατορικού παρελθόντος. Αυτή η άποψη, πάντως, παραβλέπει τον δομικό ρόλο της αυτονομίας του ελληνικού στρατού σε μια τέτοια μετάβαση «αυτομετασχηματισμού» του καθεστώτος. Η κατάρρευση του «πειράματος» μέσα σε οκτώ εβδομάδες απέδειξε το αδύνατο του μετασχηματισμού της δικτατορίας του 1967 σε οτιδήποτε άλλο από αυτό που είχε κατά νου η συντριπτική πλειονότητα των δημιουργών της: ένα αμιγώς στρατιωτικό καθεστώς που θα κυβερνούσε επ’ άπειρον, αρνούμενο την εθελούσια αποχώρησή του από την εξουσία. Ο δρόμος για τη δημοκρατία στην Ελλάδα θα περνούσε αναγκαστικά μέσα από την κατάρρευση του καθεστώτος, κάτι που θα γινόταν εφικτό μόνο με την περιπέτεια της Κύπρου οκτώ μήνες αργότερα.

* Ο κ. Ιωάννης Τζώρτζης είναι teaching fellow στο University of Birmingham. Το βιβλίο του «Greek Democracy and the Junta: Regime Crisis and the Failed Transition of 1973» θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις I.B. Tauris / Bloomsbury.