ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ευστάθιος Βεργώνης: Ποιος φοβάται τη Δικαιοσύνη;

eystathios-vergonis-poios-fovatai-ti-dikaiosyni-2338216

Η ποινική δικαιοσύνη στη χώρα μας έχει ανατεθεί σε κρατικά όργανα, που απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, με την έννοια ότι οι δικαιοδοτικές τους πράξεις δεν κατευθύνονται ούτε υποδεικνύονται από φορείς της εκτελεστικής ή της νομοθετικής εξουσίας. Τα κρατικά αυτά όργανα είναι οι δικαστές και εισαγγελείς, που αποτελούν τους φορείς της διακριτής κατά το Σύνταγμα, δικαστικής εξουσίας. Η δράση τους διέπεται από την αρχή της νομιμότητας, με την έννοια ότι δεν απόκειται στη δική τους αναίτια βούληση η κίνηση και ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, αλλά εξαρτάται μόνον από τα προκύπτοντα από νόμιμη δικαστική έρευνα γεγονότα και τη δική τους κρίση αν με τα γεγονότα αυτά τελέστηκαν εγκλήματα προβλεπόμενα από τον ποινικό νόμο. Ο δικαστής ή ο εισαγγελέας δεν μπορεί να παραλείψει ή να διακόψει την ποινική διαδικασία για άλλο λόγο, κείμενο εκτός του πεδίου των ποινικών και συνταγματικών διατάξεων.

Υπάρχουν όμως εξαιρέσεις, όπου η απόφαση για την έναρξη ή τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας ανατίθεται σε μη δικαστικά κρατικά όργανα, δηλαδή τη Βουλή και το υπουργικό συμβούλιο. Η αρμοδιότητα του τελευταίου δεν πηγάζει από το Σύνταγμα, αλλά από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Μία τέτοια εξαίρεση είναι η απόφαση για τη δίωξη εν ενεργεία βουλευτή, καθώς και η έρευνα και η δίωξη προσώπου που τέλεσε το έγκλημα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως υπουργού. Η διαμόρφωση της απόφασης εδώ δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους κανόνες που διέπουν την αρμοδιότητα των δικαστικών λειτουργών, παρέχοντας έτσι διακριτική ευχέρεια στη Βουλή.

Ο κανονισμός της Βουλής και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, ωστόσο, δίνουν τη δυνατότητα, πριν από κάθε έρευνα, της ανάθεσης της διερεύνησής της σε επαγγελματίες δικαστικούς λειτουργούς, και ειδικότερα σε τριμελή επιτροπή ανωτάτων εισαγγελέων, επιλεγομένων με κλήρωση. Η επιτροπή αυτή καλείται να προβεί σε εκτίμηση των υπαρχόντων στοιχείων και να εισηγηθεί σχετικά, χωρίς η εισήγηση αυτή να είναι δεσμευτική για τη Βουλή. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να εξετάσει τη συνδρομή ή μη ισχυρών ενδείξεων «η Δικαιοσύνη», η οποία πρέπει να αποφανθεί, κατά τις δημόσιες δηλώσεις πολιτικών.

Το ερώτημα εδώ είναι αν η διακριτική ευχέρεια της Βουλής είναι απεριόριστη. Αν μπορεί δηλαδή, παρά το πλήθος και τη βαρύτητα των αποδεικτικών στοιχείων, να αποφασίσει την μη κίνηση των διαδικασιών, αθωώνοντας ουσιαστικά τα καταγγελλόμενα πρόσωπα, ή αν, παρά την ανυπαρξία στοιχείων μπορεί να κινήσει τη διαδικασία – περίπτωση βεβαίως που στο τέλος της διαδρομής, έχει την ασφάλεια της ανεξάρτητης δικαστικής κρίσης, που οπωσδήποτε δεν έχει η πρώτη περίπτωση.

Η διακριτική ευχέρεια πρέπει να ασκείται με βάση τη στάθμιση των συγκρουομένων αγαθών που πρέπει να προστατευθούν, δηλαδή να εκτιμηθεί αν η παράλειψη δίωξης και τιμώρησης αποτελεί μικρότερο κακό π.χ. από τυχόν διχασμό στην κοινωνία, και επιπτώσεις στην πρόοδο και στη διεθνή θέση της χώρας ή οποιοδήποτε άλλο δυσμενές γεγονός, κατά την κρίση της Βουλής. Αυτή και μόνο είναι η αρμοδιότητά της και όχι η απόφανση επί νομικών ζητημάτων. Στην άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, μπορεί να ωφεληθεί από τη γνωμοδότηση έμπειρων εισαγγελικών λειτουργών, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε.

Κανένας δεν πρέπει να φοβάται την επικουρία της Δικαιοσύνης.

* Ο κ. Ευστάθιος Βεργώνης είναι αντεισαγγελέας εφετών Αθηνών Β’ αντιπρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.