ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι δύο έννοιες του Κέντρου

mhtsotakhs-1

Εξι μήνες μετά την άνετη εκλογική του νίκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ξεκάθαρα ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού. Οι διαδοχικές φοροελαφρύνσεις (αυτές που έχει ήδη εφαρμόσει συν αυτές που έχει εξαγγείλει για το 2020), οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την άρση εμποδίων στην επιχειρηματική δραστηριότητα και οι διακηρύξεις του, σε ομολόγους του ανά τον κόσμο και στις δημόσιες τοποθετήσεις του, ότι η Ελλάδα είναι ανοιχτή για επενδύσεις, έχουν βελτιώσει θεαματικά το επιχειρηματικό κλίμα.

Στο μέτωπο της ασφάλειας, παρά την επίδειξη υπερβάλλοντος ζήλου των αστυνομικών δυνάμεων σε κάποιες περιπτώσεις, η επιχείρηση ανακατάληψης του δημόσιου χώρου, είτε πρόκειται για τα Εξάρχεια είτε για τα πανεπιστήμια, αντιμετωπίζεται θετικά από την κοινή γνώμη. Σύμφωνα με την πρόσφατη δημοσκόπηση της Pulse για τον ΣΚΑΪ (συλλογή στοιχείων 16-18 Δεκεμβρίου), το 54% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η κυβερνητική πολιτική για τη δημόσια ασφάλεια είναι στη σωστή κατεύθυνση (με το 29% να είναι «σίγουροι» γι’ αυτό), έναντι 35% που την κρίνουν αρνητικά.

Τρίτον, σε δύο κρίσιμα πεδία, την Παιδεία και το περιβάλλον, ο κ. Μητσοτάκης έχει υιοθετήσει μέτρα μακροπρόθεσμης πνοής που ταράζουν τα λιμνάζοντα νερά και ανταποκρίνονται σαφώς στις ανησυχίες και στις επιθυμίες των πιο δυναμικών τμημάτων της κοινωνίας. Η εισαγωγή της αξιολόγησης στη χρηματοδότηση σε συνδυασμό με μεγαλύτερη αυτονομία κινήσεων για τα πανεπιστήμια, η νέα έμφαση στα πρότυπα σχολεία, η σχεδιαζόμενη προσθήκη νέων θεματικών στο σχολικό πρόγραμμα (καταπολέμηση εξαρτήσεων, εθελοντισμός, προαγωγή της επιχειρηματικότητας, προστασία του περιβάλλοντος), όλα σηματοδοτούν μία φυγή προς τα εμπρός, προς μία πιο σύγχρονη, ανταγωνιστική, πολιτισμένη Ελλάδα. Στο περιβάλλον, οι ιδιαίτερα φιλόδοξοι στόχοι για την απολιγνιτοποίηση και για τον εκσυγχρονισμό της διαχείρισης απορριμμάτων, δύο μακροχρόνιες πληγές, ευθυγραμμίζουν τη χώρα με τις προτεραιότητες της νέας ευρωπαϊκής ηγεσίας, αναδεικνύοντας ένα ακόμα ζήτημα στο οποίο θεωρούμαστε πλέον μέρος της λύσης, όχι του προβλήματος.

Είναι, φυσικά, πολύ νωρίς ακόμα: οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να μείνουν στα χαρτιά, οι μεγαλεπήβολοι στόχοι να μην επιτευχθούν. Αλλοι παράγοντες, πέρα από τον έλεγχο της κυβέρνησης –βλέπε Τουρκία, προσφυγικό– μπορεί να οδηγήσουν σε πλήρη εκτροχιασμό του σχεδιασμού. Αλλά είναι αναμφίβολο ότι, μέχρι στιγμής, ο πρωθυπουργός, με τη βοήθεια και της μείζονος αντιπολίτευσης που ελάχιστα έχει καταλάβει για τους λόγους της εκλογικής της ήττας, έχει πετύχει να καταλάβει το Κέντρο. Η επιτυχία αυτή, παραδόξως, δημιουργεί προϋποθέσεις μελλοντικής αποτυχίας.

Η έννοια του Κέντρου είναι αμφίσημη και παρεξηγήσιμη. Κεντρώα πολιτική μπορεί να είναι αυτή που αγνοεί ιδεολογικές αγκυλώσεις και αναζητεί τις καλύτερες λύσεις σε κάθε πεδίο, αδιαφορώντας για το πολιτικό πρόσημο με το οποίο έχουν συνδεθεί (οι πολιτικές στην Παιδεία και στο περιβάλλον εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία).

Μπορεί όμως να είναι επίσης η πολιτική που έχει ως υπέρτατο γνώμονα τη διατήρηση της στήριξης από την κοινή γνώμη και την αποφυγή της μομφής του ριζοσπαστισμού στη μία ή στην άλλη κατεύθυνση. Η πολιτική της «ήπιας προσαρμογής» του Κώστα Καραμανλή το 2004-9 ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάληψης του Κέντρου με τη δεύτερη έννοια. Οι συνέπειες ήταν καταστροφικές.

Υπήρχαν πάντα δύο εκδοχές του Κυριάκου Μητσοτάκη: ο πεπεισμένος φιλελεύθερος, που θεωρούσε ότι δεν έχει νόημα να γίνει κάποιος πρωθυπουργός αν δεν κάνει τις αλλαγές που χρειάζεται η χώρα για να ανεβεί επίπεδο διοικητικά και οικονομικά· και ο πιο παραδοσιακός πολιτικός, που κινείται υπερβολικά προσεκτικά, κοιτώντας συνεχώς πίσω του, για να βεβαιωθεί ότι ο λαός τον ακολουθεί. Η διαπάλη μεταξύ των δύο χαρακτήρισε όλη την περίοδο της θητείας του ως ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και είναι ορατή και κατά την πρωθυπουργία του. Εχοντας καταλάβει το Κέντρο, είναι ορατός ο πειρασμός να θεωρήσει τη διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας του αυτοσκοπό – εις βάρος των πολιτικών που ξέρει ότι πρέπει να προωθήσει.

Εως τις 7 Ιουλίου, ακούγαμε από τη Νέα Δημοκρατία ότι η χώρα έχει βαθιά δομικά προβλήματα, τα οποία επιδεινώθηκαν στην τετραετία που κυβέρνησε ο Αλέξης Τσίπρας – συνεπώς ήταν αναγκαίο ένα ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, που θα έθετε την Ελλάδα σε τροχιά ευρωπαϊκής κανονικότητας.

Μετά τις εκλογές, η κανονικότητα αυτή μοιάζει (αν δεχθεί κανείς το κυβερνητικό αφήγημα) να κατακτήθηκε χωρίς ιδιαίτερες τριβές και θυσίες – σαν να ήταν απλά θέμα ψυχολογίας. Η κυβερνητική πολιτική τείνει να είναι στη σωστή κατεύθυνση, αλλά πρόκειται εν πολλοίς για μέτρα λαοφιλή, χωρίς πολιτικό κόστος. Αναγκαίες τομές στο ασφαλιστικό, στη Δικαιοσύνη, στις ΔΕΚΟ, στη δημόσια διοίκηση, έχουν μετατεθεί ή αραιωθεί, ενδεχομένως υπό τον φόβο κραυγών περί «νεοφιλελεύθερης» πολιτικής και «ταξικής μεροληψίας».

Τελικά ήταν τόσο ήπια η προσαρμογή που χρειαζόταν;