ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μπάμπης Παπαδημητρίου: 2020: Δύο κίνδυνοι, μία επιλογή

elladaeyrwph

Το «2020» είναι έτος καμπής. Είτε θα ξεκινήσει η μακρόπνοη ανάπτυξη είτε θα περιοριστούμε σε μια απλή διαχείριση όσων κληρονομήσαμε από την Ελλάδα της κρίσης. Ενα νέο αναπτυξιακό μονοπάτι αυτονοήτως απαιτεί μια στιβαρή μεταρρυθμιστική αναθεώρηση που θα καθοδηγηθεί από ένα έξυπνο κράτος. Ικανό να συγκλίνει προς εκείνα τα κράτη που έχουν ήδη καταγράψει συγκεκριμένες και μετρήσιμες επιτυχίες και έναντι των οποίων ήδη υστερούμε στον διεθνή ανταγωνισμό. Οσο αυτονόητη είναι η ορθή επιλογή στο δίλημμα, τόσο δύσκολο είναι να υιοθετηθεί από την κοινωνία. Είναι πολλοί εκείνοι που περιμένουν να επιστρέψουμε σε όσα νομίζαμε ότι είχαμε «κατοχυρώσει», όταν ξέσπασε η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση. Και οι δύο επιλογές διασχίζουν οριζόντια το Κοινοβούλιο.

Είναι προφανές ότι η ορθολογική και ελπιδοφόρος επιλογή δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Θα επισημάνω, ως προς αυτό, δύο βασικούς κινδύνους. Ο ένας είναι να μετατραπεί η θριαμβική επιστροφή στην κανονικότητα, σε παγίδα στασιμότητας. Η πιθανότητα να καθηλωθεί η οικονομία σε μια συντήρηση του σημερινού χαμηλού επιπέδου κεφαλαίου και χαμηλά αμειβόμενης εργασίας. Η πλειονότητα των επιχειρήσεων διστάζει να σχεδιάσει νέα προϊόντα, να ανοίξει νέες αγορές και, τελικά, να πραγματοποιήσει νέες επενδύσεις. Τα νοικοκυριά παραμένουν αδύναμα, κυρίως επειδή η μισθωτή εργασία είναι υπερφορολογημένη· η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει χαμηλή· όσοι διαθέτουν καλές δεξιότητες προτιμούν να μεταναστεύσουν.

Συνταξιούχοι, «δικαιούχοι» επιδομάτων και κρατικοί υπάλληλοι, όλοι τους λήπτες δημόσιων/φορολογικών πόρων, είναι περισσότεροι από εκείνους που δραστηριοποιούνται στον παραγωγικό τομέα. Οι μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις των ιδιωτών σε τραπεζικά δάνεια και φόρους παρελθόντων ετών, παραμένουν πολύ μεγάλες.

Τέλος, το χρηματικό ποσό που αφαιρείται από την εθνική οικονομία για να πληρωθούν οι τόκοι του διεθνούς κυβερνητικού χρέους (το ισοδύναμο του πρωτογενούς πλεονάσματος, δηλαδή…) θα παραμείνει σημαντικό ακόμη κι όταν θα εγκριθεί η μείωσή του από 3,5% σε 2-2,5%, όπως επιδιώκει η κυβέρνηση.

Ολα τα παραπάνω εμποδίζουν την επαναφορά της εθνικής αποταμίευσης και τελικά αποτρέπουν την απαραίτητη πιστωτική επέκταση. Ο μαζικός επαναπατρισμός ελληνικών κεφαλαίων χρειάζεται κι άλλα κίνητρα, έναντι όσων έλαβε ήδη η κυβέρνηση. Μέχρι τότε, η απαραίτητη επενδυτική δαπάνη μπορεί να χρηματοδοτηθεί μόνον μέσω διεθνών επιχειρήσεων, που ζητούν πολιτική σταθερότητα, την οποία δυναμιτίζει η αντιπολίτευση, που ξοδεύει τον χρόνο της σε δήθεν ιδεολογικές συζητήσεις, χαρακτηριστικές μιας κρατικοδίαιτης Αριστεράς!

Ο άλλος κίνδυνος, που έχει εξίσου πολλές πιθανότητες, είναι η οικονομία να υποταχθεί σε βραχύβιους πολιτικούς υπολογισμούς. Φανερώνεται όταν υποστηρίζεται η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές. Υπολογισμός οπορτουνιστικός, που αδιαφορεί ότι πέραν της παράλυσης, που πάντοτε προκαλεί η διενέργεια εκλογών, η απλή αναλογική θα προκαλέσει βέβαιη ζημία. Η οποία μάλιστα δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί. Ενώ με τον νέο εκλογικό νόμο διαθέτουμε τη δυνατότητα ανασύνταξης, κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τον ψηφοφόρο να αξιοποιήσει την ευκαιρία για να στείλει ένα κάποιο «μήνυμα». Το εκλογικό σώμα το έχει ήδη κάνει (π.χ. δημοψήφισμα). Οι κομματικές έριδες θα οξυνθούν, η χώρα θα διχαστεί, οι επιχειρήσεις θα υιοθετήσουν στάση αναμονής, τα νοικοκυριά θα αυτοπεριοριστούν. Η ευθύνη χειρισμού αυτού του κινδύνου ανήκει στην πλειοψηφία της Βουλής και τελικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος πάντως έχει ξεκαθαρίσει τη θέση του.

Η άλλη όψη του κινδύνου είναι η επανάληψη των ίδιων λαθών που έγιναν μεταξύ δεύτερου και τρίτου μνημονίου. Με τους λαϊκιστές κάθε χρώματος να προβάλλουν δυναμικά εξωπραγματικές απαιτήσεις. Με την καταστροφική «ελπίδα» να επιστρέψουν τη χώρα σε παρωχημένα και αντιπαραγωγικά μοντέλα, που διατηρήθηκαν μετά την είσοδό μας στην Ευρωζώνη και μας κατέστρεψαν πολλαπλώς, αφού και τη χώρα άφησαν απροετοίμαστη και τις προσπάθειες γρήγορης εξόδου από την κρίση ακύρωσαν. Ηδη, οι λαϊκιστές υποδαυλίζουν τα οργανωμένα συμφέροντα, που βρίσκονται πάντοτε σε «κινηματική ετοιμότητα» εναντίον κάθε μεταρρυθμιστικής αναθεώρησης.

Αυτή τη φορά όμως, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν είναι «πρωτάρα». Οφείλει να δείξει ενσυναίσθηση του κινδύνου.

Θα γνωρίζουμε ότι έχουμε αποφύγει αυτούς τους κινδύνους, όταν η πλειοψηφία θα έχει αποδείξει ότι παραμένει αυστηρά συντεταγμένη στη φιλελεύθερη μεταρρυθμιστική ατζέντα. Αν τότε, ο Αλέξης Τσίπρας και η Φώφη Γεννηματά επιλέξουν τη σύγκρουση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα υποχρεωθεί να σηκώσει το γάντι.

* Ο κ. Μπάμπης Παπαδημητρίου είναι δημοσιογράφος και βουλευτής Ν.Δ.