ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η «κανονικότητα» της αδιαφορίας για τα κρίσιμα ευρωπαϊκά θέματα

Η «κανονικότητα» της αδιαφορίας για τα κρίσιμα ευρωπαϊκά θέματα

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, στις Βρυξέλλες και σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες διεξάγονται έντονες συζητήσεις σχετικά με δύο σημαντικά θέματα που θα επιδράσουν στις εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα τα επόμενα έτη. Το πρώτο αφορά τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού της περιόδου 2021-2027 και το δεύτερο, τις πιθανές αλλαγές στην ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική, προκειμένου να τονωθούν οι αναπτυξιακοί ρυθμοί και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ύφεσης. Στην Ελλάδα ωστόσο, ειδικά σε πολιτικό επίπεδο, παρά τη μέγιστη σημασία των δύο ζητημάτων, το ενδιαφέρον είναι μηδαμινό, διότι πιθανόν να θεωρούνται ότι δεν έχουν την απαραίτητη «επικοινωνιακή ελκυστικότητα».

Στο θέμα του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Charles Michel, προσπαθεί να βρει τους απαραίτητους συμβιβασμούς μεταξύ των χωρών-μελών, που για ακόμη μια φορά έχουν διαφορετικές αφετηρίες και τελικές στοχεύσεις. Το πρόβλημα προκύπτει από την αποχώρηση της Βρετανίας, που ήταν ανάμεσα στις χώρες με θετική συνεισφορά πόρων δημιουργώντας ένα χρηματοδοτικό έλλειμμα περίπου 84 δισ. ευρώ και την άρνηση των μεγάλων χωρών να συζητήσουν πιθανούς τρόπους κάλυψής του. Ο βαθύτατα ευρωπαϊστής C. Michel συγκάλεσε έκτακτη σύνοδο κορυφής για την 20ή Φεβρουαρίου, αποσκοπώντας σε μια οριστική διευθέτηση του θέματος, καταθέτοντας μια συμβιβαστική λύση που προβλέπει τη μικρή αύξηση των εισφορών συνδυαστικά με τη μείωση των δαπανών για την Κοινή Αγροτική Πολιτική και το Ταμείο Συνοχής.

Ταυτόχρονα, αντικείμενα διαβούλευσης αποτελούν οι ανακατανομές δαπανών μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δώσει προτεραιοποίηση στην κλιματική αλλαγή, μέσω του «New Green Deal», τη διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος και της Δίκαιης Μετάβασης. Οσον αφορά το σκέλος της χρηματοδότησης των επενδύσεων, η Commission θέσπισε ως βασικό εργαλείο το InvestEU, σε αντικατάσταση του «Junker» Plan, ευελπιστώντας σε συνολικές ιδιωτικές επενδύσεις ύψους 650 δισ. ευρώ μέσω της μόχλευσης 35 δισ. ευρώ εγγυήσεων.

Ανατρέχοντας στα ιστορικά στατιστικά δεδομένα διαπιστώνεται η σημασία της συμμετοχής των ευρωπαϊκών κονδυλίων στην ελληνική οικονομία, καθώς η ετήσια καθαρή συμβολή τους ξεπερνάει κατά πολύ το 2% του ΑΕΠ. Η ελληνική οικονομία ξεπέρασε μεν την κρίση, ωστόσο βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο που κρίνονται ως απαραίτητα στοιχεία το ύψος των διαθέσιμων πόρων και οι βέλτιστοι τρόποι αξιοποίησής τους προκειμένου να επιτευχθούν υψηλότεροι και διατηρήσιμοι ρυθμοί ανάπτυξης. Η χρησιμότητα μιας ουσιαστικής διαβούλευσης ανάμεσα στις κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα και τους φορείς της οικονομίας είναι κάτι παραπάνω από αντιληπτή, ωστόσο αυτό δεν κατέστη δυνατόν, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων.

Ενώ οι συζητήσεις για τον προϋπολογισμό συνεχίζονται, η μακροοικονομική εικόνα της Ευρωζώνης είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντική. Στοιχεία όπως οι χαμηλοί αναπτυξιακοί ρυθμοί, η στασιμότητα στις επενδύσεις, η διατήρηση της ανεργίας σε μη ικανοποιητικά επίπεδα ιδίως για τους νέους, προκαλούν έντονους προβληματισμούς για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αρνητικές επιδράσεις ασκούν επίσης η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ σε διεθνές επίπεδο και το ενδεχόμενο περαιτέρω επιβολής δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, οι επιπτώσεις από το Brexit και η πιθανότητα αδιεξόδου στις συζητήσεις για τα τελωνειακά ζητήματα, ενώ σημαντικές αβεβαιότητες προκαλεί η εκδήλωση του κορωνοϊού σχετικά με την κλίμακα των συνεπειών του στην ανθρώπινη υγεία και συνεπακόλουθα στην παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο συζητείται ότι τα όρια της ασκούμενης νομισματικής πολιτικής των τελευταίων ετών (αρνητικά επιτόκια, ποσοτική χαλάρωση κ.ά.), ως το μόνο βασικό εργαλείο αναθέρμανσης της οικονομίας, έχουν ξεπερασθεί. Σύμφωνα με την άποψη των αναλυτών, η ανάκτηση του ρόλου της δημοσιονομικής πολιτικής συνδυαστικά με τα νομισματικά εργαλεία, μπορεί να φέρει καλύτερα αποτελέσματα στη μεγέθυνση, τις επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, στη συνολική απασχόληση. Η ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών φέρει ότι στο επικείμενο Eurogroup, στη μηνιαία σύνοδο των υπουργών οικονομικών της Ζώνης του Ευρώ, θα συζητηθεί η υιοθέτηση μιας δημοσιονομικής πολιτικής πιο φιλικής προς την ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση τήρησης του κανόνα του ελλείμματος (μέγιστο 3% το έτος), δίνοντας έτσι το πράσινο φως σε Γερμανία και Ολλανδία να ασκήσουν μια πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Ωστόσο η ουσιαστική συζήτηση για κρίσιμα ζητήματα όπως η εναρμόνιση των εθνικών πολιτικών για τη φορολογία των επιχειρήσεων, η αντιμετώπιση του κρυμμένου και εν τέλει αφορολόγητου πλούτου μέσω διαφόρων σχημάτων, η κοινή αντιμετώπιση της διαχείρισης των δημόσιων χρεών και της αμοιβαιοποίησης κινδύνων, απουσιάζει. Η δε πρόθεση ορισμένων πολιτικών δυνάμεων να ανοίξει η κουβέντα, έστω σε θεωρητική βάση, για την ανάγκη αναθεώρησης του Σύμφωνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης ισοδυναμεί για ορισμένες χώρες με την τέλεση του προπατορικού αμαρτήματος.

Οσον αφορά την Ελλάδα το αιτούμενο από το Eurogroup είναι η μείωση είτε με έμμεσο είτε με άμεσο τρόπο των πρωτογενών πλεονασμάτων του 3,5% ΑΕΠ για το 2021 και 2022, ανάγοντας το ενδεχόμενο θετικό σενάριο ως τη μία και μοναδική λύση για την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Ουδείς αμφισβητεί τη σημαντικότητα αυτής της επιδίωξης, ωστόσο θα ήταν ωφέλιμη μια ταυτόχρονη οργανωμένη δημόσια συζήτηση για τη μεγαλύτερη ενεργοποίηση του ήδη παραγόμενου εθνικού προϊόντος και τη μείωση της «σκιώδους» οικονομίας.

Γίνεται αντιληπτό ότι τόσο η διαβούλευση για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό όσο και για την ασκούμενη δημοσιονομική πολιτική εντός της Ευρωζώνης θα έπρεπε να αποτελούν μέρος του εγχώριου δημόσιου ενδιαφέροντος. Ωστόσο αντιμετωπίζονται με χαρακτηριστική αδιαφορία. Ουδεμία ουσιαστική συζήτηση σε πολιτικό, οικονομικό, ακαδημαϊκό και κοινωνικό επίπεδο λαμβάνει χώρα, που θα συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας λίστας κοινών προτάσεων και διαπραγματευτικών επιδιώξεων, τη στιγμή που γίνεται λόγος για την «αναγκαιότητα ευρύτερων συναινέσεων». Οι επικείμενες αποφάσεις για τις δύο ιδιαίτερα κρίσιμες θεματικές θα επηρεάσουν στον μέγιστο βαθμό την πορεία της ελληνικής οικονομίας και ως συνεπακόλουθο τα πολιτικά πράγματα. Αν η «επιστροφή στην κανονικότητα» επιβάλλει ως αντικείμενα δημόσιας συζήτησης αποκλειστικά εκείνα που έχουν επικοινωνιακή διάσταση και ενδιαφέρον, ενδεχομένως θα πρέπει να αναρωτηθούμε για ποια «κανονικότητα» και ποιες «συναινέσεις» μιλάμε. Για την επιστροφή στο παρελθόν ή για την απαραίτητη συζήτηση για το μέλλον;

* Ο κ. Δημήτρης Λιάκος είναι πρώην υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ.