ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γ. Σανιδάς: Ευτελισμός των θεσμών ΙΙ

28dikastirio10

Α. Οι Ολομέλειες των Δικαστηρίων, που αποτελούνται από όλους τους υπηρετούντες σ’ αυτά, Δικαστές, αποτελούν θεσμό.

Η Ολομέλεια ενός Δικαστηρίου ευρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα περισσότερα από τα μισά, κατά το χρόνο της σύγκλησης, μέλη της, και αν ο αριθμός των μελών υπερβαίνει τα διακόσια, αρκεί η παρουσία των εκατό.

Μεταξύ των Ολομελειών είναι και εκείνες των Δικαστηρίων των Εφετών, η σύγκληση των οποίων γίνεται για τους λόγους που προβλέπει ο Οργανισμός Δικαστηρίων (άρθρο 14), αλλά και για το λόγο που προβλέπει το άρθρο 28 του ισχύοντος ΚΠοινΔ (άρθρο 29 του καταργηθέντος). Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, το Δικαστήριο των Εφετών, συνεδριάζοντας σε Ολομέλεια, ως Συμβούλιο, έχει το δικαίωμα να κινήσει ποινική δίωξη για κάθε έγκλημα και κάθε υπαίτιο, και αν αυτή έχει ασκηθεί από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, έχει το δικαίωμα να διατάξει να υποβληθούν τα έγγραφα στον Εισαγγελέα Εφετών, για την ενέργεια δε της ανακρίσεως, η Ολομέλεια των Εφετών ορίζει εφέτη ανακριτή.

Κατά τα διαλαμβανόμενα στην εισηγητική έκθεση του καταργηθέντος ΚΠοινΔ, σκοπός της διατάξεως του άρθρου 29 είναι εν γένει «η εξασφάλιση της απροσκόπτου και ανεπηρεάστου απονομής της Δικαιοσύνης εις υποθέσεις εξαιρετικής φύσεως, συνταράσσουσας την κοινήν γνώμην…»

Εν όψει του ότι η Ολομέλεια του Εφετείου είναι θεσμός και αποτελείται από όλους τους Δικαστές που υπηρετούν σ’ αυτό, είναι πρόδηλο ότι οι Δικαστές έχουν νομική και ηθική υποχρέωση να μετέχουν σ’ αυτή, διότι έτσι μόνον προσδίδουν κύρος στο θεσμό, αλλά συγχρόνως αποδεικνύουν το σεβασμό τους σ’ αυτόν. Το τελευταίο δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για την ύπαρξη απαρτίας αρκεί η παρουσία εκατό μελών, όταν το σύνολο αυτών υπερβαίνει τα διακόσια.

B. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με παραγγελία του προς τον διευθύνοντα την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ζήτησε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 28 του ισχύοντος ΚΠοινΔ, να συγκληθεί η Ολομέλεια των Εφετών, προκειμένου να αποφασίσει να επιληφθεί το Εφετείο για την υπόθεση Novartis και να ανατεθεί η ανάκριση σε εφέτη ανακριτή, για να επιταχυνθεί η ενέργεια της διεξαγομένης κυρίας ανακρίσεως, εν όψει του ότι, λόγω της φερόμενης εμπλοκής και δέκα πολιτικών προσώπων, έχει συνταράξει την κοινή γνώμη, και παρά ταύτα η ανάκριση αλλά και η διεξαγόμενη παραλλήλως, πλην μη συννόμως, προκαταρκτική εξέταση, έχουν βραδύνει απαραδέκτως.

Η υπόθεση Novartis, κατά τις δηλώσεις του τότε αναπληρωτή Υπουργού Δικαιοσύνης Δ. Παπαγγελόπουλου «είναι ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους».

Η Ολομέλεια των Εφετών Αθηνών, στην οποία παρευρέθηκαν 112 από τα 307 μέλη της, απέρριψε το αίτημα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με ψήφους 69 έναντι 40, ενώ 3 μέλη ψήφισαν λευκό.

Κατά τα διαλαμβανόμενα στα δημοσιεύματα, το αίτημα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου απερρίφθη με την αιτιολογία:

α. ότι η διεξαγόμενη τακτική ανάκριση από τους ανακριτές διαφθοράς, ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και δεν έχει βραδύνει, η μη κλήση δε, σε απολογία έστω και του Κ. Φρουζή, οφείλεται στο γεγονός ότι αναμένουν στοιχεία από την Εισαγγελέα Διαφθοράς, και

β. ότι σε σχέση προς τη συνεχιζόμενη προκαταρκτική εξέταση από την Εισαγγελέα Διαφθοράς, έκρινε ότι πρέπει να παραμείνει στην ίδια η έρευνα, εν όψει του ότι, σε σχέση προς τα επτά από τα δέκα πολιτικά πρόσωπα έχει τεθεί στο αρχείο και παραμένει ανοικτή για δύο πρόσωπα (Αβραμόπουλο και Γεωργιάδη) ενώ κατά του Λοβέρδου ασκήθηκε ποινική δίωξη.

Σε σχέση προς όλα τα ανωτέρω, θα παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:

Ι. Αποτελεί, κατά την άποψή μας, προσβολή στο θεσμό της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών και κατ’ επέκταση της Δικαιοσύνης, και έλλειψη της συναίσθησης της αποστολής και των καθηκόντων του Δικαστού α) η παρουσία στην Ολομέλεια των Εφετών μόνο 112 από τα 307 μέλη (Προέδρους και Εφέτες) που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, πολύ περισσότερο εν όψει της σοβαρότητας του ζητήματος, για το οποίο εκαλούντο να αποφασίσουν, και β) είναι αδιανόητη η λευκή ψήφος των τριών δικαστών στην Ολομέλεια των Εφετών, η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενεργεί ως συμβούλιο και θα εκφέρει κρίση σε σχέση προς ποινική υπόθεση.

ΙΙ. Η αιτιολογία της πλειοψηφίας των μελών της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απέρριψαν το αίτημα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, είναι σαθρή, περιέχει αντιφάσεις και μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι τα μέλη της πλειοψηφίας της Ολομέλειας των Εφετών, αφ’ ενός αγνοούν τους κανόνες που διέπουν την ανακριτική διαδικασία, και αφ’ ετέρου δεν κατοικούν στην Ελλάδα. Έτσι, ειδικότερα:

1. Ενώ δέχεται, πάντα σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ότι οι ανακριτικές έρευνες, που διεξάγονται από τις ανακρίτριες διαφθοράς και διαρκούν μάλιστα πέραν των δύο ετών, ευρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, στη συνέχεια δέχεται ότι οι ανακρίτριες δεν έχουν προχωρήσει σε λήψη απολογιών και κυρίως του βασικού κατηγορουμένου Κ. Φρουζή, διότι αναμένουν στην ανάκριση, στοιχεία από την Εισαγγελέα Διαφθοράς.

Τα ανωτέρω, όμως, δεν συνιστούν μόνον αντίφαση αλλά και ευτελισμό της ιδιότητας του ανακριτή, που είναι επίσης θεσμός, και οφείλει, κατά τον ΚΠοινΔ, να περατώνει την ανάκριση ταχέως. Αυτό και μόνο αποτελεί λόγο, η υπόθεση να αφαιρεθεί από τους ανακριτές διαφθοράς και να ανατεθεί σε εφέτη ανακριτή. Από ποτέ, αλήθεια, η πρόοδος της ανακρίσεως μπορεί να εξαρτάται από το εάν και πότε θα συλλέξει και θα αποστείλει στοιχεία ο Εισαγγελέας, ο οποίος, εφ’ όσον δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία (επαρκείς ενδείξεις) δεν θα έπρεπε να είχε ασκήσει ποινική δίωξη;

2. Ο Εισαγγελέας, μετά την άσκηση ποινικής διώξεως σε μία υπόθεση και τη διαβίβαση της δικογραφίας στον ανακριτή έχει απεκδυθεί από την υπόθεση αυτή και δεν μπορεί να συνεχίζει έρευνες για αυτή. Ή υπήρχαν στοιχεία, και καλώς άσκησε την ποινική δίωξη ή δεν υπήρχαν, και ως εκ τούτου, κατά κατάχρηση της εξουσίας του, άσκησε την ποινική δίωξη. Είναι εξ άλλου δικονομικό αξίωμα, ότι δεν μπορεί να διεξάγονται για την ίδια υπόθεση δύο ανακρίσεις (η ποινική δίωξη για τη δεύτερη είναι απαράδεκτη), πολύ όμως περισσότερο δεν μπορεί να διεξάγεται τακτική ανάκριση για μία υπόθεση και παραλλήλως, για την ίδια υπόθεση να διεξάγεται προκαταρκτική εξέταση.

3. Συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και ενδεχομένως ποινικό αδίκημα της Εισαγγελέως Διαφθοράς, η συνέχιση της προκαταρκτικής εξέτασης, για υπόθεση για την οποία έχει η ίδια ασκήσει ποινική δίωξη, προκειμένου να συλλέξει, δήθεν, στοιχεία, για να τα διαβιβάσει στους ανακριτές διαφθοράς. Αυτά δε, ανεξαρτήτως του ότι με τις ενέργειές της αυτές παραβιάζει δύο σχετικές εγκυκλίους της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και θα έπρεπε ήδη να έχουν γίνει σχετικές παρεμβάσεις και υποδείξεις, και εν ανάγκη τουλάχιστον πειθαρχικός έλεγχος.

4. Σε σχέση προς τα δέκα πολιτικά πρόσωπα, η πλειοψηφία εκ των παραστάντων μελών στην Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι η σχετική δικογραφία πρέπει να παραμείνει στην Εισαγγελέα Διαφθοράς, επειδή για επτά από τα πρόσωπα αυτά, η υπόθεση έχει κλείσει και μόνο για δύο παραμένει ακόμη ανοικτή (Αβραμόπουλο,  Γεωργιάδη), ενώ κατά του Α. Λοβέρδου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη.

Όμως και ως προς τα δέκα πολιτικά πρόσωπα (μετά την αναπομπή της δικογραφίας ως προς αυτά, από τη Βουλή, επειδή η πλειοψηφία των μελών της έκρινε, εσφαλμένως βέβαια, ότι αρμόδια είναι η τακτική δικαιοσύνη και συνεπώς πρέπει να κριθούν ως ιδιώτες), η δικογραφία θα έπρεπε να έχει διαβιβασθεί στους ανακριτές διαφθοράς, αφού η φερόμενη ανάμειξη των πολιτικών προσώπων – ιδιωτών, αφορά στην ίδια δικογραφία (υπόθεση), που είχε διαβιβασθεί στους ανακριτές διαφθοράς και θα έπρεπε, ως εκ τούτου, ή να τεθούν από την Εισαγγελέα Διαφθοράς, αυτομάτως στο Αρχείο, εφ’ όσον δεν υπήρχαν στοιχεία για άσκηση ποινικής δίωξης, ή να διαβιβάσει τα αφορώντα στα πολιτικά πρόσωπα – ιδιώτες, στοιχεία, στους ανακριτές διαφθοράς, προς συσχέτιση και περαιτέρω απ’ αυτούς έρευνα. Τα φερόμενα από τους Υπουργούς, ως τελεσθέντα εγκλήματα (δωροληψία κλπ), ως προς τα οποία η πλειοψηφία της Βουλής έκρινε ότι δεν σχετίζονται με τα καθήκοντά τους, εμπίπτουν στην ασκηθείσα ποινική δίωξη από την Εισαγγελέα Διαφθοράς για δωροληψία, με δωροδοκήσαντα τον Κ. Φρουζή, ενώ μεταξύ δωροδοκία και δωροληψίας υπάρχει συνάφεια αλλά και αλληλεξάρτηση. Αυτό σημαίνει ότι για την ίδια ποινική υπόθεση διεξάγεται και κύρια ανάκριση και παραλλήλως προκαταρκτική εξέταση, πράγμα που δεν είναι σύννομο.

5. Πέραν όμως τούτων, η πλειοψηφία εκ των παραστάντων μελών στην Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών, αγνόησε πασίδηλα γεγονότα, τα οποία έχουν αναδειχθεί από τον Τύπο, και δη:

α) ότι διεξάγεται ποινική προκαταρκτική εξέταση σε βάρος της Εισαγγελέως Διαφθοράς για κατάχρηση εξουσίας, σε σχέση προς την υπόθεση Novartis, από δύο Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Αυτό και μόνον ήταν αρκετό να ανατεθεί η υπόθεση στο σύνολό της σε εφέτη ανακριτή, ώστε να παύσει η Εισαγγελέας Διαφθοράς να ασχολείται με την υπόθεση, αφού η ίδια δεν θεώρησε ότι για λόγους ευπρέπειας, δεν θα έπρεπε να συνεχίζει τις έρευνες.

β) ότι επί δύο ή τρία έτη, τα ως άνω πολιτικά πρόσωπα ήταν, κάποια δε εξ αυτών ακόμη είναι, δεσμώτες της Εισαγγελέως Διαφθοράς και κάποιων αδηφάγων ΜΜΕ.

γ) ότι χαρακτήρισε μάρτυρες, ως μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος, και τους έθεσε υπό προστασία, χωρίς να συντρέχουν οι, προς τούτο, προϋποθέσεις και χωρίς αρχικά να έχει προηγηθεί έγκριση από τον επόπτη Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αυτή δόθηκε εκ των υστέρων.

δ) ότι συνέχιζε επί μακρόν την προκαταρκτική εξέταση ευθέως σε βάρος Υπουργών, κατά παράβαση του άρθρου 86 του Συντάγματος.

ε) ότι άσκησε δίωξη κατά του Κ. Φρουζή, χωρίς να τον καλέσει προηγουμένως να δώσει εξηγήσεις, όπως απαιτούσε το άρθρο 31 του τότε ισχύοντος ΚΠοινΔ.

Γ. Ως επίμετρο, θα σημειώσουμε τα ακόλουθα:

Η υπόθεση Novartis εξακολουθεί να πληγώνει τη Δικαιοσύνη και να μειώνει το κύρος της.

Και αυτό, αφ’ ενός γιατί η πλειοψηφία των παραστάντων μελών στην Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών, αρνήθηκε να αναλάβει την υπόθεση εφέτης ανακριτής, αφ’ ετέρου γιατί τα αρμόδια για τον έλεγχο της Εισαγγελέως Διαφθοράς, όργανα (επόπτης Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, επιθεωρητής Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου και εν γένει Εισαγγελία του Αρείου Πάγου) διστάζουν να ενεργήσουν αυτά που πρέπει (να ζητήσουν αναφορά της, στην οποία να διαλαμβάνονται όλες οι διαδικαστικές ενέργειες που έκανε για την υπόθεση Novartis, στα τρία περίπου χρόνια, ζητώντας και την επίδειξη στοιχείων για τις ενέργειές της, και αν αρνηθεί, επικαλούμενη προσωπικά δεδομένα!! και απόρρητα!!, να της γνωρίσουν ότι αυτά δεν ισχύουν για τους έχοντες δικαιοδοσία ελέγχου της, και στη συνέχεια να μεταβούν στο γραφείο της και να προβούν σε σχετικό έλεγχο). Εφ’ όσον διαπιστώσουν ότι έχει ενεργήσει συννόμως, να τη δικαιώσουν, ενώ σε αντίθετη περίπτωση να την εκδιώξουν τάχιστα από τη θέση αυτή.

Εν όσω αυτά δεν γίνονται, η Εισαγγελέας Διαφθοράς θα συνεχίσει να κινείται εκτός των νομίμων ορίων, όπως αυτό συνέβη και προσφάτως, αφ’ ενός με την αποσταλείσα επιστολή της, με την οποία ζητούσε τον έλεγχο των βουλευτών που πρότειναν την εξέτασή της ενώπιον της Επιτροπής, ως υπόπτου (τούτο βεβαίως δεν θα ήταν νόμιμο) και αφ’ ετέρου υποδείκνυε με έγγραφο της, στα μέλη της ενεργούσης την προκαταρκτική εξέταση Επιτροπής της Βουλής, ενέργεια που δεν έχει νόμιμο έρεισμα, ότι θα είναι παράνομη η εξέταση των δύο υπό προστασία μαρτύρων, αν δεν γίνει εξ αποστάσεως, ηλεκτρονικά, με αλλοίωση των χαρακτηριστικών τους και της φωνής τους.

* Ο κ. Γεώργιος Χαρ. Σανιδάς είναι εισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ.