ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Οχι» πρόωρη διάλυση της Βουλής με παλαιοκομματικές μεθόδους

«Οχι» πρόωρη διάλυση της Βουλής με παλαιοκομματικές μεθόδους

Από τη μεταπολίτευση του 1974 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν 19 βουλευτικές εκλογές. Τρεις κυβερνήσεις εξάντλησαν ολόκληρη την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα τετραετία και άλλες τρεις σχεδόν ολόκληρη με έλλειμμα μερικών μηνών.

Στην επικαιρότητα έρχεται και πάλι το θέμα των πρόωρων εκλογών. Αποτελεί προσφιλές αντικείμενο του Τύπου ακόμη και όταν γίνεται σχετική διάψευση από τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Οι δημοσιογράφοι δικαιολογούνται ίσως να επανέρχονται διότι, πέραν των πηγών τους, υπάρχει το ιστορικό δεδομένο ότι, κατά κανόνα, δεν τηρείται η επίσημη εξαγγελία για τη διεξαγωγή των εκλογών στο πέρας της τετραετίας.

Η πρόωρη προκήρυξη βουλευτικών εκλογών είναι αναπόφευκτη στα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, όταν υπάρχει αδυναμία συγκρότησης κυβέρνησης που να απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής. Μέχρι την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, η διάλυση της Βουλής ήταν υποχρεωτική και στην περίπτωση αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας.

Κατά το παρελθόν έχει γίνει επανειλημμένη χρήση του άρθρου 41 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο επιτρέπει οικειοθελή παραίτηση κυβέρνησης που απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής. Η διάταξη αυτή προβλέπει διάλυση της Βουλής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μετά πρόταση της κυβέρνησης, προκειμένου να αντιμετωπισθεί «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας». Η καινοφανής αυτή διάταξη θεσπίσθηκε στο Σύνταγμα του 1975 προφανώς υπό την επήρεια της ελληνοτουρκικής κρίσης μετά την πρόσφατη εισβολή στην Κύπρο.

Στην αρχική γραμματική διατύπωση η διάταξη κατέλειπε περιθώριο διακριτικής εξουσίας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος θα μπορούσε να διαφωνήσει με την κυβερνητική πρόταση ως προς τη συνδρομή εθνικού θέματος που επιβάλλει ανανέωση της λαϊκής εντολής. Στο πλαίσιο περιορισμού των προεδρικών εξουσιών, κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, η σχετική κυβερνητική πρόταση κατέστη πλέον δεσμευτική για τον Πρόεδρο, ο οποίος οφείλει να διαλύσει τη Βουλή και να προκηρύξει εκλογές.

Η πρώτη εφαρμογή της διάταξης (εκλογές 1977) έγινε κατ’ επίκληση της επικείμενης προσχώρησης στην τότε ΕΟΚ και της ελληνοτουρκικής κρίσης, ως λόγων δικαιολογούντων την ανανέωση της λαϊκής εντολής. Η μετέπειτα κατ’ επανάληψη επίκληση εθνικού θέματος, για την πρόωρη διάλυση της Βουλής, ήταν, δυστυχώς, προσχηματική. Απέβλεπε στον εκλογικό αιφνιδιασμό της αντιπολίτευσης και όχι στη διάγνωση της βούλησης του εκλογικού σώματος για την αντιμετώπιση νεοφανούς εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας. Αρκεί να μνημονευθούν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι προβλήθηκαν κατά καιρούς, όπως μονίμως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία και την οικονομία, παγκόσμια κρίση, προϋπολογισμός, ένταξη στην ΟΝΕ, προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η καταχρηστική εφαρμογή της διάταξης παραβλέπει μία σειρά δυσμενών συνεπειών για την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και συνακόλουθα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

Κατ’ αρχάς, θεωρώ ότι κάθε συζήτηση, απειλή ή απόφαση για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών δεν εξυπηρετεί την ομαλή λειτουργία της εθνικής αντιπροσωπείας. Οι κοινοβουλευτικοί κανόνες πρέπει να τηρούνται χωρίς απρόβλεπτες ενέργειες. Ο συνταγματικός κανόνας της διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών στο πέρας της τετραετίας εξαναγκάζει τη συμπολίτευση και την αντιπολίτευση να επικεντρωθούν στην αποστολή τους, ήτοι τη διακυβέρνηση της χώρας και τον έλεγχο του κυβερνητικού έργου, αντιστοίχως, χωρίς παιχνίδια εξουσίας.

Με την ευχέρεια πρόωρης διάλυσης της Βουλής η εκάστοτε κυβέρνηση δεν σπεύδει να προγραμματίσει και να εφαρμόσει σταθερά την πολιτική της σε βάθος τετραετίας. Σοβαρές και αναγκαίες για το κοινό καλό νομοθετικές μεταρρυθμίσεις πλήττουν συνήθως τα μικροσυμφέροντα συντεχνιακών ομάδων. Ο φόβος απώλειας ψήφων ή/και η πρόληψη ενδοκομματικών διχογνωμιών περιορίζει τον χρόνο θέσπισης των μεταρρυθμίσεων, αν όχι στο πρώτο, αναμφίβολα έως το δεύτερο έτος της κυβερνητικής θητείας. Το τρίτο έτος καταλήγει να είναι προεκλογικό, με αποτέλεσμα να λαμβάνονται ουδέτερα ή δημοφιλή για την εκλογική πελατεία μέτρα, ακόμη και αν δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Ετσι καθιερώνεται μια αναποτελεσματική διακυβέρνηση της χώρας.

Η πρακτική της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες έχει επιπτώσεις και στην εθνική οικονομία. Οι υποψήφιοι επενδυτές διστάζουν να εμπλακούν στα οικονομικά της χώρας, όταν δεν μπορούν να υπολογίζουν στην εφαρμογή σταθερού κυβερνητικού αναπτυξιακού προγράμματος.

Τέλος, η καταχρηστική εφαρμογή συνταγματικής διάταξης από πολιτειακά όργανα ενθαρρύνει τους πολίτες να αναζητούν τρόπους παράκαμψης μιας νομοθετικής ρύθμισης, η οποία επάγεται προσωπικές ή περιουσιακές υποχρεώσεις.

Στην προσεχή συνταγματική αναθεώρηση πρέπει, νομίζω, να καταργηθεί η ανωτέρω επίμαχη διάταξη, η οποία μάλιστα επιτρέπει τη διεξαγωγή νέων εκλογών χωρίς την τήρηση διερευνητικών εντολών, όπως προβλέπεται στις περιπτώσεις παραίτησης της κυβέρνησης ή απώλειας της εμπιστοσύνης της Βουλής (άρθρα 38 παρ. 1 και 37). Αντιθέτως, θα ήταν σκόπιμο να ορίζεται ρητώς στο Σύνταγμα ότι η κυβέρνηση οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά της έως την περάτωση της βουλευτικής περιόδου. Σε περίπτωση υποβολής παραίτησης θα εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 37 για τη διενέργεια διερευνητικών εντολών και διεξαγωγή των εκλογών από υπηρεσιακή κυβέρνηση. Αναμένεται ότι μια τέτοια ή ανάλογη ρύθμιση θα απέτρεπε την κυβερνητική πλειοψηφία από την υποβολή, κατά παράβαση της συνταγματικής εντολής, αιφνίδιας παραίτησης.

Με την ιδιότητα του πολίτη θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις για όσους παροτρύνουν την παρούσα κυβέρνηση να παραιτηθεί ένα έτος μετά την ευνοϊκή λαϊκή εντολή.

Οι μέχρι τώρα εκλογικές αναμετρήσεις έχουν καταδείξει ότι οι κεντρώοι ψηφοφόροι είναι εκείνοι που κρίνουν συνήθως το αποτέλεσμα των εκλογών.

Ο κεντρώος ψηφοφόρος δεν διστάζει να μετακινηθεί σε ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, όταν κρίνει ότι τούτο εξασφαλίζει την αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Η επιλογή του πρωθυπουργού να περιλάβει στην κυβέρνηση νέους τεχνοκράτες, καθώς και να αντιμετωπίσει την υγειονομική κρίση ακολουθώντας τις υποδείξεις των επιστημόνων, έχει δημιουργήσει ευλόγως την εντύπωση ότι επικρατεί πλέον μια σύγχρονη αντίληψη διακυβέρνησης. Ο συνετός πολίτης, που ψηφίζει με γνώμονα το γενικό συμφέρον, θα απογοητευθεί διαπιστώνοντας ότι επανέρχονται παλαιοκομματικές μέθοδοι του παρελθόντος.

Οι Ελληνες πολίτες βιώνουν μια βαθιά κρίση σε ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο. Η κυβέρνηση φαίνεται να αντιμετωπίζει την κρίση με ικανότητα και υπευθυνότητα. Η πρόωρη διάλυση της Βουλής θα συνιστούσε μια άστοχη πολιτική ενέργεια με απρόβλεπτες επιπτώσεις στην πολιτική ζωή του τόπου.

* Ο κ. Χρίστος Γεραρής είναι επίτιμος πρόεδρος του ΣτΕ.