H απόγνωση των Τουρκοκυπρίων

11' 0" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Στις 4 Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος της Κύπρου, Γλαύκος Κληρίδης, και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Ραούφ Ντενκτάς συναντήθηκαν για πρώτη φορά μετά τέσσερα χρόνια. Δεδομένου ότι η Κύπρος είναι από τις σημαντικότερες υποψήφιες χώρες για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ η Τουρκία απειλεί να προσαρτήσει το βόρειο τμήμα του νησιού σε περίπτωση ένταξής της, αυξάνεται η πίεση στις δύο πλευρές για άρση του αδιεξόδου. H Ελενα Σμιθ επισκέφθηκε την κατεχόμενη Κύπρο και συνομίλησε με τους Τουρκοκύπριους που βλέπουν τα μαγαζιά τους άδεια και το βιοτικό τους επίπεδο να υποβαθμίζεται και επιθυμούν περισσότερο από τον καθένα μια επίλυση του προβλήματος που διαρκεί 27 χρόνια από τη διχοτόμηση.

Στέκονται επί ώρες στο κέντρο της Λευκωσίας, μπροστά στο βενετσιάνικο τείχος που χωρίζει τους Ορθόδοξους Ελληνες από τους Μουσουλμάνους Τούρκους σ’ αυτήν την τελευταία διαιρεμένη πρωτεύουσα του κόσμου. Στα αριστερά τους βρίσκεται η «νεκρή ζώνη» που εποπτεύει ο OHE και στα δεξιά τους τα λαμπερά αυτοκίνητα των Ελλήνων από τον εμφανώς κοσμοπολίτικο και απρόσιτο διπλανό κόσμο. Οι Τούρκοι προσπαθούν να τα δουν όλα αυτά από τον μικρό και εγκλωβισμένο στον χρόνο κόσμο τους. Αυτός, λένε, είναι ο κόσμος που μας καλεί, ο κόσμος που πλησιάζει στη σχεδόν βέβαιη ένταξη του νησιού στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2004. Εδώ, όμως στο βενετσιάνικο τείχος, πίσω από τα σύρματα, στη βασανιστική ζέστη του μεσημεριού, μετρούν τις ελπίδες τους. «Δεν περνάει ούτε ένα λεπτό την ημέρα που να μη σκεφτούμε να εγκαταλείψουμε τη χώρα», τονίζει ο Βεντάτ Μπουρκού κοιτάζοντας μέσα από το σύρμα και προσθέτει: «Μόνον η Τουρκία μας αναγνωρίζει. Για ποιο λόγο να μείνουμε;».

Λίγα μέρη στον κόσμο είναι τόσο απελπιστικά όσο η αυτοαποκαλούμενη δημοκρατία της Βορείου Κύπρου. Λίγα μέρη είναι τόσο θυμωμένα και κανένα μέρος δεν έχει τόσο καταληφθεί από την αίσθηση της επικείμενης καταστροφής εν όψει της προοπτικής να χαθεί η ελπίδα ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Το δίλημμα του κ. Μπουρκού δεν είναι εύκολο να αντιμετωπισθεί. Ακόμη κι αν διέθετε τα μέσα, ο συντομότερος δρόμος για να μπορέσει ο νεαρός αυτός άνδρας να διασχίσει τη γραμμή της εκεχειρίας και να εισέλθει στον ζωντανό κόσμο που βρίσκεται από πίσω θα ήταν να ταξιδέψει στην Τουρκία, να πάρει το αεροπλάνο για την Αθήνα και από εκεί να πετάξει στη Λάρνακα, στο νότιο μέρος της Κύπρου.

Ο φόβος

«Είμαι τόσο περίεργος να βγω έξω και να δω τον κόσμο», λέει αλλά είναι δύσκολο να μην αισθανθεί κανείς τον αέρα του φόβου που πνέει στη βρώμικη και φτωχή φλούδα γης που αποτελεί το βόρειο τμήμα της Κύπρου. Οι άνθρωποι αισθάνονται παρακολουθούμενοι, ισχυρίζονται ότι τα τηλέφωνά τους είναι παγιδευμένα και δεν σε κοιτάζουν στα μάτια. Αφού τους συναναστραφεί κανείς επί λίγες ημέρες έχοντας πρώτα διασχίσει την «πράσινη γραμμή» που τους χωρίζει από τους διεθνώς αναγνωρισμένους Ελληνες, αρχίζει να αναπτύσσεται μια οικειότητα που δεν περιμέναμε: κάπως έτσι ήταν η Αλβανία γύρω στα 1997 όταν είχε ξεσπάσει η λαϊκή δυσαρέσκεια εναντίον του Σάλι Μπερίσα.

Επικρατεί ένα αίσθημα σήψης που προκύπτει από την αίσθηση της απελπισμένης δυστυχίας. H δυσφορία προς τον Ραούφ Ντενκτάς είναι έκδηλη μολονότι η στάση τους έχει βελτιωθεί κάπως εν όψει της έναρξης των άμεσων συνομιλιών με τον πρόεδρο Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη.

Τίποτε απ’ όλα αυτά, όμως, δεν εμποδίζει τον αυξανόμενο πληθυσμό του μοναχικού αυτού κρατιδίου να αισθάνεται ακόμη πιο απομονωμένος ή πιο ανικανοποίητος από τον βασανιστικά αργό ρυθμό με τον οποίο κινούνται οι ειρηνευτικές συνομιλίες για την επανένωση της νήσου.

Με τη βοήθεια του Internet, νέοι και γέροι από τις δύο πλευρές συνειδητοποιούν πλέον καθαρά ότι είναι καιρός να επανενώσουν τη Λευκωσία. «Αν το πέτυχαν η Βηρυτός και το Βερολίνο, γιατί όχι και εμείς;», ρωτούν χαρακτηριστικά.

Και απ’ τις δύο πλευρές ακούει κανείς ότι οι δύο κοινότητες συνδέθηκαν με κάτι περισσότερο από ένα κοινό αποχετευτικό σύστημα που για πολλούς είναι η πλέον επιτυχής διακοινοτική διευθέτηση μέχρι σήμερα. «Είμαστε η νέα γενιά», τονίζει η φοιτήτρια Χαλίν Μπαρέκε σύμφωνα με την οποία ο Ντενκτάς διεδραμάτισε «πολύ θετικό ρόλο» στις δεκαετίες ’50 και ’60, όταν ήταν ηγέτης της οργάνωσης τουρκικής άμυνας οπότε και συμβόλιζε τον «ηρωικό αγώνα» της μειονότητας κατά της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων. H ίδια προσθέτει, όμως, ότι «τώρα πια θα θέλαμε να συμβιώσουμε με τους συμπατριώτες μας».

Οι επικρίσεις στον Ντενκτάς δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Ξένοι αναλυτές εκτιμούν ότι μάλλον θα έχανε τις εκλογές αν γίνονταν αύριο. Για πρώτη φορά, όμως, η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει ανοικτά την άλλοτε αδιανόητη αντίληψη ότι η ίδια η στάση της Τουρκίας προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα ευθύνεται κατά κάποιον τρόπο για τα δεινά της. «Πείτε, σας παρακαλώ, στον κόσμο ότι θέλουμε να απελευθερωθούμε από αυτούς που μας απελευθέρωσαν», εξομολογείται ο Αλπάι Ντουρντουράν, στέλεχος της αντιπολίτευσης, που υπογραμμίζει μπροστά σ’ ένα φλιτζάνι τούρκικο καφέ: «Μεγαλώσαμε υπό βρετανική και όχι τουρκική κυριαρχία γι’ αυτό και έχουμε άλλη αντίληψη της δημοκρατίας». Οταν τον ρωτήσαμε αν είναι βέβαιος γι’ αυτά που λέει, ο Ντουρντουράν απήντησε: «Οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι αισθάνονται ακριβώς όπως εγώ αλλά φοβούνται να εκφρασθούν. Κι εγώ ο ίδιος έχω αναγκασθεί να αντικαστήσω τα τζάμια στα παράθυρά μου δύο φορές έπειτα από επιθέσεις ατόμων που φαντάζομαι ότι ήσαν στρατιώτες». «Εγώ θα το θέσω διαφορετικά», παρεμβαίνει μια μητέρα δύο παιδιών που παρευρίσκεται στη συζήτηση: «H Τουρκία βρίσκεται στο επίπεδο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εμείς βρισκόμαστε στη φάση της προστασίας των δικαιωμάτων των ζώων».

Δημοσιονομικό φιάσκο

«Από πολιτισμικής απόψεως, οι Τουρκοκύπριοι δεν έχουν πολλά κοινά με τους Τούρκους», επιμένει ο Ντουρντουράν δείχνοντάς μας τους τρυπημένους από σφαίρες τοίχους του γραφείου του στο κέντρο της πόλης. Και συνεχίζει: «Είμαστε πολύ λιγότερο συντηρητικοί κι αν εξετάσει κανείς τις συνήθειές μας και τις προτιμήσεις μας στη μουσική, τον τρόπο που ντυνόμαστε και περπατάμε, είμαστε πολύ πιο κοντά στους Ελληνοκύπριους».

Σύμφωνα με τον Ντουρντουράν, η αντιπολίτευση περιστράφηκε γύρω από τα αυστηρά οικονομικά μέτρα που επιβλήθηκαν πέρυσι μετά την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και την υποτίμηση της τουρκικής λίρας. H φορολογική και δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόσθηκε, έπληξε τη μεσαία τάξη και παράλληλα έφερε χιλιάδες άλλους στα όρια της ένδειας. Επανειλημμένως ακούσαμε επίλεκτα μέλη της άλλοτε αστικής τάξης να παραπονούνται για τα αγαθά που αναγκάζονται να αποχωρισθούν, όπως τα αυτοκίνητά τους, τα σπίτια τους ή τα οικόπεδά τους, προκειμένου να επιβιώσουν. Κι ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στον διεθνώς αναγνωρισμένο Νότο έχει φθάσει περί τις 14.000 δολάρια, στον υποανάπτυκτο Βορρά κυμαίνεται περίπου στις 4.000 δολάρια.

«Τώρα πια» εξομολογείται ο Μουσταφά Ακίντσι, που υπήρξε αντιπρόεδρος της ψευδοκυβέρνησης μέχρι τον περασμένο Μάιο, «αντιλαμβανόμαστε ότι οι μεταμφιεσμένες πολιτικές που εφαρμόζει η Τουρκία μέσω του Ντενκτάς κάθε άλλο παρά συνεισφέρουν στην οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος». Οποιαδήποτε αντιπολίτευση στην κατ’ επίφαση αυτή δημοκρατία υπονομευόταν επί χρόνια υπό το πρόσχημα ότι προέρχεται από περιθωριακούς αριστερούς. H δυσφορία του Ανκίτσι, όμως, υπογραμμίζει το βαθμό της ανησυχίας που επικρατεί. Οι ίδιες αυτές φωνές έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν τη «μικρή Κύπρο» σαν το εμπόδιο στο οποίο θα μπορούσε να προσκρούσει η φιλοδοξία της χώρας για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

«Αυτή δεν είναι δημοκρατία», τονίζει εμφατικά ο Ακίντσι προσπαθώντας να εξαφανίσει κάθε αμφιβολία μας. «Πώς θα μπορούσε να είναι δημοκρατία όταν η Αγκυρα παρεμβαίνει τόσο πολύ στις υποθέσεις μας; H Τουρκία αποφασίζει για τα πάντα ακόμη και το ποιος θα αναλάβει τη διοίκηση του εθνικού μας αερομεταφορέα. Εχουμε κυβέρνηση αλλά στην πραγματικότητα η κατάσταση ελέγχεται από τον τουρκικό στρατό και τον Τούρκο πρέσβη. Δεν θα μπορούσα ποτέ να πω ότι η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων είναι ικανοποιημένη με το υφιστάμενο καθεστώς». Τα περισσότερα μέλη της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης, κόμματα, εργατικά συνδικάτα και μη κυβερνητικές οργανώσεις που έχουν ενωθεί ως Ομάδα των 41 υπό το σύνθημα «η Χώρα είναι Δική μας», εκφράζονται με περισσότερη δεικτικότητα.

Το βόρειο μέρος της Κύπρου μοιάζει λιγότερο με φρουρούμενη πόλη, επειδή η Τουρκία έχει επίγνωση της σημασίας του τουρισμού και έντυσε τους στρατιώτες με πολιτικά. Αυτό, όμως, δεν καθησύχασε τους φόβους των Τουρκοκυπρίων για το ενδεχόμενο να εκτοπισθούν από στρατιώτες και έποικους, ή να ενσωματωθούν στην Τουρκία. Πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκτιμά ότι τα τουρκικά στρατεύματα και οι μετανάστες αποτελούν σήμερα την κρίσιμη μάζα του πληθυσμού που ανέρχεται σε 210.000 άτομα. O τουρκοκυπριακός πληθυσμός δεν ξεπερνά τις 90.000. «Το σύνολο του βόρειου μέρος της Κύπρου είναι μια μεγάλη στρατιωτική ζώνη γι’ αυτό και θ’ ακούσετε πολλούς να το παρομοιάζουν με ανοικτή φυλακή», δηλώνει ο Σένερ Λέβεντ, συντάκτης της εφημερίδας Avrupa (Ευρώπη) που έχει επανειλημμένως δεχθεί βομβιστικές επιθέσεις. Και προσθέτει: «O Ντενκτάς θέλει ψήφους γι’ αυτό και έχει διασφαλίσει τις καλύτερες δουλειές στους Τούρκους μέτοικους πράγμα που μερικώς εξηγεί την εναντίον τους οργή μας».

Πολιτική διπλωματία

Ισως εξαιτίας αυτής της κατάστασης, οι Τουρκοκύπριοι έσπευσαν φέτος να παρακολουθήσουν την ετήσια έναρξη εργασιών του OHE στις 21 Οκτωβρίου στο παλιό ξενοδοχείο Ledra Palace Hotel της «νεκρής ζώνης». H πολιτική διπλωματία, ακόμη κι όταν έχει διοργανωθεί από τον OHE, είναι γενναία προσπάθεια. Εχει ένα τίμημα: ενώ οι Ελληνοκύπριοι που συμμετέχουν διακινδυνεύουν να χαρακτηρισθούν «προδότες» και «κατάσκοποι», οι Τουρκοκύπριοι θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή τους και αντιμετωπίζουν απειλές. Στην καλύτερη περίπτωση εξοστρακίζονται από την κοινωνία. Φέτος, βέβαια, ο Ντενκτάς άφησε τα πράγματα κάπως χαλαρά. Γενικά, όμως, μετά το 1997 αγνόησε κάθε έκκληση του OHE και το καθεστώς τους εφήρμοσε υπερβολικά σκληρή στάση προς κάθε διακοινοτικό συμβάν σε απάντηση της αίτησης που υπέβαλαν οι Ελληνοκύπριοι για ένταξη στην Κοινότητα.

Σε μικρή απόσταση από τους Βρετανούς με τους γαλάζιους μπερέδες, στέκεται μια ομάδα ανδρών με μαύρα γυαλιστερά παπούτσια. «Είναι άνδρες από την ασφάλεια (CID) που έχουν έρθει να μας κατασκοπεύσουν», αναφέρει ένας νεαρός Τουρκοκύπριος. «Μπορείτε να τους εντοπίσετε από απόσταση ενός μιλίου, επειδή φορούν πάντα μαύρα γυαλιστερά παπούτσια και κρατούν μικρές δερμάτινες τσάντες». Για μερικούς η ημέρα των Ηνωμένων Εθνών προσφέρει μια ευκαιρία απελευθέρωσης και είναι δύσκολο να μην παρατηρήσει κανείς τους εμφανώς εξαθλιωμένους Τουρκοκύπριους γέροντες που αναξιοπρεπώς αρπάζουν ό,τι μπορούν και στην προκειμένη περίπτωση τα πακέτα γευμάτων μέσα σε καφέ χαρτοσακούλες.

Για άλλους, η ημέρα του OHE είναι μια ευκαιρία να συνδεθούν με το παρελθόν. Πίσω από την κ. Κεμάλ, δύο βοσκοί από το άλλοτε μικτό χωριό Περιστερώνα, ο Μιχαλάκης και ο Ομέρ, συναντώνται για ν’ ανταλλάξουν τα νέα των τελευταίων 27 ετών. «Πόσο σε έχω επιθυμήσει φίλε», αναφωνεί ο Ομέρ σε τέλεια ελληνικά καθώς αγκαλιάζει τον Μιχαλάκη. «Σε σκεφτόμουν κάθε ημέρα», απαντά δακρύζοντας ο Ελληνοκύπριος. «Βλέπετε» παρεμβαίνει η Ζεϊνέτ Κεμάλ, «μόνον οι φτωχοί άνθρωποι έρχονται εδώ, οι πλούσιοι είναι όλοι με το μέρος του Ντενκτάς. Για τους περισσότερους Τουρκοκύπριους, η ζωή έχει τελειώσει. Μετά την κατάρρευση των τραπεζών δεν υπάρχει πλέον δουλειά ούτε χρήματα. H κυβέρνηση ελέγχει όλες τις θέσεις εργασίας. Οταν βλέπω τον Ντενκτάς στην τηλεόραση, την κλείνω αμέσως γιατί λέει τα ίδια πράγματα επί 30 χρόνια».

Πλύση εγκεφάλου

Πριν από μερικές εβδομάδες συνάντησα τον Ντενκτάς. Για τους δημοσιογράφους ο βετεράνος πολιτικός είναι καλύτερος από οποιονδήποτε άλλο ηγέτη στον κόσμο γιατί βρίσκει χρόνο να τους διαθέσει. Οταν μπήκα στο γραφείο του καθόταν πίσω από το γεμάτο φακέλους γραφείο του μπροστά από το πορτρέτο του Κεμάλ Ατατούρκ και συνέτασσε μια επιστολή προς την εφημερίδα Cyprus News. «Μπορεί στο μέλλον να γράψω επιστολή σε σας», με προειδοποιεί και προσθέτει «αν, βέβαια, γράψετε κάτι λάθος». Σχεδόν αμέσως, σηκώνει το χέρι του και πατάει ένα λευκό πλαστικό κουμπί που βρίσκεται στην κορυφή του γραφείου του και διατάζει τη γραμματέα του να κάνει ένα αντίγραφο της επιστολής. Προσθέτει κοιτώντας με «εσείς, όμως, κ. Σμιθ δεν πρέπει να πείτε στην εφημερίδα Cyprus News ότι σας το έδωσα». Τον ρώτησα γιατί εναντιώνεται τόσο στις διακοινοτικές επαφές και φυσικά για ποιο λόγο αποχώρησε από τις «συνομιλίες προσέγγισης» που είχε διοργανώσει ο OHE τον Νοέμβριο του 2000. «Τι νόημα έχουν αυτές οι επαφές;», ρωτάει αδιάφορα και προσθέτει «έχω ακούσει ότι το μόνο πράγμα που κάνουν οι άνθρωποι στις συναντήσεις αυτές είναι το σεξ. Φυσικά η σεξουαλική δραστηριότητα όταν την απολαμβάνει κανείς δεν είναι κακή αλλά…».

«Οι άνθρωποι αυτοί», συνεχίζει, «είναι σαφές ότι δεν θέλουν καμία διευθέτηση με μας. Θέλουν απλώς να μας κυβερνούν». Σε ό,τι με αφορά, πρέπει να έχω στο νου μου ότι ορισμένοι Τουρκοκύπριοι έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου από την άλλη πλευρά. «Πρέπει να πρόκειται για ένα νέο είδος αυτό με το οποίο έχετε συνομιλήσει», μου λέει αναφερόμενος σε όσους επικρίνουν την Τουρκία και προσθέτει: «Μέχρι στιγμής δεν έχω συναντήσει κανέναν από αυτούς μολονότι τους βλέπω να γράφουν και να προσπαθούν να προωθήσουν αυτήν την ιδέα… ορισμένες απόψεις εμφυτεύονται σκόπιμα… επειδή η διεθνής κοινότητα αντιλαμβάνεται ότι είμαστε αμετακίνητοι στην πολιτική μας και δεν της αρέσει».

Η αδιάλλακτη στάση

Μ’ αυτόν τον τρόπο σχολιάζει την αδιάλλακτη στάση του στις συνομιλίες για την επανένωση της νήσου και καταλήγει: «Εκεί κάνουν λάθος». Σύμφωνα με τον Ντενκτάς η αίτηση των Ελληνοκυπρίων για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι παρά μια ακόμη προσπάθεια να ενισχύσουν τους δεσμούς της νήσου με την Ελλάδα. Σε ό,τι αφορά όσους επιμένουν ότι από πολιτισμικής απόψεως οι Τουρκοκύπριοι διαφέρουν από τους Τούρκους, ο Ντενκτάς επιμένει ότι «δεν υπάρχει κυπριακή ταυτότητα πέραν της εθνικής μας συνήθειας να πίνουμε κονιάκ. Υπάρχουν Τούρκοι της Κύπρου και Ελληνες της Κύπρου και είμαστε αναπόσπαστο τμήμα του τουρκικού έθνους».

Σύμφωνα, πάντως, με τις δημοσκοπήσεις, η συντριπτική πλειονότητα του τουρκοκυπριακού λαού θα επιθυμούσε την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ει δυνατόν αύριο κιόλας, αν, βέβαια, πρώτα είχαν εγγυήσεις για την ασφάλειά τους. Σημειωτέον ότι 448 Τουρκοκύπριοι υπέβαλαν αίτηση για κυπριακό διαβατήριο στη διάρκεια του 2000 και ο αντίστοιχος αριθμός εκτινάχθηκε στους 817 το πρώτο εξάμηνο του 2001.

* H Helena Smith, στην οποία πρόσφατα απενεμήθη η υφηγεσία Νiemaτου Πανεπιστημίου Harvard, είναι ανταποκρίτρια των εφημερίδων Guardiaκαι Observer, με βάση της την Αθήνα. Αυτό το άρθρο είναι αναδημοσίευση από το τεύχος Ιανουαρίου/Φεβρουαρίου 2002 του περιοδικού Odyssey, το διεθνές, αγγλόφωνο περιοδικό για την Ελλάδα και τους Ελληνες.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT